Λιγότερα μωρά, μεγαλύτερες μαμάδες: Το μικρό «θαύμα» των Κυκλάδων
Δημοσιεύθηκε στις | Τελευταία Ενημέρωση
Πίσω από τους αριθμούς κρύβεται μια πραγματικότητα που αγγίζει όλο και περισσότερες οικογένειες: η απόφαση να αποκτήσει κανείς παιδί μοιάζει να γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Οι γεννήσεις μειώνονται, η μητρότητα μετατίθεται σε μεγαλύτερες ηλικίες και ο πληθυσμός της Ευρώπης γερνά. Και η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ιδιαίτερα ανησυχητική δημογραφική εικόνα.
Πόσα παιδιά γεννιούνται σήμερα στην Ευρώπη και πόσο έχει αλλάξει η εικόνα μέσα σε λίγες δεκαετίες; Τα στοιχεία της Eurostat αποτυπώνουν μια σημαντική υποχώρηση: μέσα σε περίπου 30 χρόνια, οι γεννήσεις στην Ευρώπη μειώθηκαν κατά 30,2%, από 5,1 εκατομμύρια το 1990 σε μόλις 3,6 εκατομμύρια το 2020. Παράλληλα, οι δείκτες γονιμότητας καταγράφουν ιδιαίτερα χαμηλές επιδόσεις, με την Ελλάδα να συγκαταλέγεται στις χώρες που βρίσκονται αντιμέτωπες με έντονη δημογραφική πίεση.
Ελλάδα: Λιγότερες γεννήσεις χρόνο με τον χρόνο
Η χώρα μας βρίσκεται στην 20ή θέση ως προς τον δείκτη γονιμότητας, ενώ από το 2021 και μετά η εικόνα γίνεται ολοένα πιο ανησυχητική.
Το 2024 αντιστοιχούσαν στην Ελλάδα μόλις 1,24 παιδιά ανά γυναίκα, αριθμός αισθητά χαμηλότερος από το 1,43 του 2021, το 1,32 του 2022 και το 1,26 του 2023. Την ίδια χρονιά, ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 κρατών-μελών διαμορφώθηκε σε 1,34 παιδιά ανά γυναίκα.
Για να διατηρείται ένας πληθυσμός σταθερός χωρίς να συνυπολογίζεται η μετανάστευση, απαιτείται δείκτης γονιμότητας περίπου 2,1 παιδιά ανά γυναίκα. Η απόσταση από αυτό το επίπεδο δείχνει πόσο σύνθετη είναι η δημογραφική πρόκληση που αντιμετωπίζει η Ελλάδα.
Πού γεννιούνται τα περισσότερα παιδιά στην Ελλάδα;
Η δημογραφική εικόνα δεν είναι ίδια σε ολόκληρη τη χώρα. Υπάρχουν περιοχές όπου οι γεννήσεις παραμένουν σε σχετικά υψηλότερα επίπεδα, αλλά και άλλες όπου ο δείκτης γονιμότητας βρίσκεται σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα.
Ο Κεντρικός Τομέας Αθηνών καταγράφει τη χαμηλότερη αναλογία, με μόλις 0,92 παιδιά ανά γυναίκα. Στην Αττική συνολικά, ο δείκτης διαμορφώνεται σε 1,13.
Στον αντίποδα, οι Κυκλάδες ξεχωρίζουν με 1,95 παιδιά ανά γυναίκα. Στην περιοχή, που περιλαμβάνει την Άνδρο, την Τήνο, τη Μύκονο, τη Νάξο, την Πάρο, την Κέα, τη Θήρα και τη Μήλο, καταγράφεται μία από τις υψηλότερες αναλογίες στη χώρα. Θετική εικόνα παρουσιάζει και η Ζάκυνθος, με 1,71 παιδιά ανά γυναίκα.
Οι διαφορές αυτές αναδεικνύουν ότι η δημογραφική εξέλιξη επηρεάζεται και από τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε περιοχής, χωρίς ωστόσο οι αριθμοί από μόνοι τους να εξηγούν τους λόγους πίσω από τις επιλογές των οικογενειών.
Μητρότητα σε μεγαλύτερη ηλικία
Την ίδια στιγμή, οι γυναίκες στην Ελλάδα αποκτούν παιδιά σε ολοένα μεγαλύτερες ηλικίες, μια τάση που αποτυπώνεται και στα στοιχεία για τη μέση ηλικία τεκνοποίησης.
Στον Βόρειο Τομέα Αθηνών, οι γυναίκες γίνονται μητέρες κατά μέσο όρο στα 35,7 έτη, ενώ στον Νότιο Τομέα Αθηνών η αντίστοιχη ηλικία είναι τα 34,7 έτη και στον Κεντρικό Τομέα Αθηνών τα 34,3 έτη. Στην περιφέρεια, η υψηλότερη μέση ηλικία τεκνοποίησης καταγράφεται στη Λευκάδα, στα 34,7 έτη.
Πρόκειται για μια εξέλιξη που συνδέεται με τις αλλαγές στον τρόπο ζωής και στον οικογενειακό προγραμματισμό. Η επαγγελματική πορεία, οι οικονομικές συνθήκες και η προσπάθεια δημιουργίας ενός πιο σταθερού περιβάλλοντος αποτελούν παράγοντες που συχνά επηρεάζουν τον χρόνο απόκτησης παιδιών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι επιλογές είναι ίδιες για όλες τις γυναίκες και τις οικογένειες.
Λιγότερα παιδιά και στα νηπιαγωγεία
Η μείωση των γεννήσεων αρχίζει να γίνεται ορατή και στην εκπαίδευση. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, οι εγγεγραμμένοι μαθητές στα νηπιαγωγεία μειώθηκαν κατά 1,4% μέσα σε ένα έτος, κατά τη σχολική χρονιά 2024-2025.
Συγκεκριμένα, ο αριθμός τους υποχώρησε από 167.969 σε 165.597 παιδιά. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί ακόμη μία ένδειξη των αλλαγών που συντελούνται στη σύνθεση του πληθυσμού και αναμένεται να επηρεάσουν σταδιακά και τις επόμενες βαθμίδες της εκπαίδευσης.
Ευρυτανία και Φωκίδα ανάμεσα στις πιο «γηρασμένες» περιοχές της Ευρώπης
Η δημογραφική πρόκληση δεν αφορά μόνο τις γεννήσεις, αλλά και τη γήρανση του πληθυσμού. Μάλιστα, η Ελλάδα καταγράφει ένα ιδιαίτερα αρνητικό στοιχείο σε ευρωπαϊκό επίπεδο: η Ευρυτανία και η Φωκίδα συγκαταλέγονται στις πιο «γηρασμένες» περιφέρειες της Ευρώπης, με τη μέση ηλικία των κατοίκων τους να φτάνει τα 57,8 έτη.
Συνολικά, υπάρχουν ακόμη έξι ευρωπαϊκές περιφέρειες όπου η μέση ηλικία του πληθυσμού ξεπερνά τα 55 έτη. Στην άλλη πλευρά της εικόνας βρίσκεται η γαλλική περιφέρεια Μαγιότ (Mayotte), όπου το 15,7% του πληθυσμού είναι παιδιά κάτω των πέντε ετών.
Η αντίθεση είναι χαρακτηριστική: ενώ ορισμένες περιοχές της Ευρώπης γερνούν με ταχύ ρυθμό, άλλες διατηρούν έναν πολύ νεότερο πληθυσμό.
Τι συμβαίνει στην υπόλοιπη Ευρώπη;
Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Σύμφωνα με τη Eurostat, ο συνολικός δείκτης γονιμότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώθηκε το 2024 σε 1,34 γεννήσεις ζώντων παιδιών ανά γυναίκα, το χαμηλότερο επίπεδο από την έναρξη των σχετικών καταγραφών.
Τα τελευταία 20 χρόνια, ο δείκτης παρέμεινε σταθερά κάτω από το όριο των 2,1 παιδιών ανά γυναίκα που απαιτείται για τη φυσική αναπλήρωση του πληθυσμού, κυμαινόμενος μεταξύ 1,34 και 1,57.
Παρά τις συνολικά χαμηλές επιδόσεις, υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις από χώρα σε χώρα και από περιφέρεια σε περιφέρεια. Δείκτες τουλάχιστον 1,75 παιδιών ανά γυναίκα καταγράφηκαν σε 14 περιφέρειες της Βουλγαρίας και της Γαλλίας, σε έξι περιφέρειες της Γερμανίας, σε τρεις της Σλοβενίας, σε δύο της Ουγγαρίας, της Ολλανδίας και της Ρουμανίας, καθώς και σε μεμονωμένες περιφέρειες της Ιρλανδίας, της Ελλάδας, της Κροατίας και της Σλοβακίας.
Αντίθετα, ιδιαίτερα χαμηλοί δείκτες καταγράφηκαν στην Ισπανία, κυρίως στις βορειοδυτικές και σε ορισμένες νησιωτικές περιοχές της, αλλά και σε μεγάλο μέρος της Ιταλίας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Σαρδηνία.
Ποιες χώρες βρίσκονται χαμηλότερα από την Ελλάδα;
Με δείκτη γονιμότητας 1,24 παιδιά ανά γυναίκα, η Ελλάδα βρίσκεται σε χαμηλή θέση στην ευρωπαϊκή κατάταξη. Ακόμη χαμηλότερα το 2024 βρέθηκαν η Μάλτα, με 1,01, η Ισπανία, με 1,10, η Λιθουανία, με 1,11, η Πολωνία, με 1,14, καθώς και η Ιταλία και η Εσθονία, με 1,18 παιδιά ανά γυναίκα.
Στον αντίποδα, η Βουλγαρία κατέγραψε τον υψηλότερο δείκτη μεταξύ των χωρών που αναφέρονται, με 1,72 παιδιά ανά γυναίκα, ενώ η Γαλλία ακολούθησε με 1,61.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν μια Ευρώπη που αλλάζει: λιγότερα παιδιά, μεγαλύτερη μέση ηλικία και ολοένα πιο έντονες διαφοροποιήσεις μεταξύ των περιφερειών της.
Για την Ελλάδα, το δημογραφικό δεν είναι απλώς μια στατιστική καταγραφή. Είναι μια εξέλιξη που αφορά τις οικογένειες του σήμερα, τα παιδιά που θα φοιτήσουν αύριο στα σχολεία και τις κοινωνίες στις οποίες θα μεγαλώσουν. Και πίσω από κάθε αριθμό βρίσκεται ένα ευρύτερο ερώτημα: πόσο εύκολο είναι, τελικά, για μια οικογένεια να κάνει τα σχέδιά της πραγματικότητα;









