5 σημάδια ότι είστε υπερπροστατευτικοί γονείς

Δημοσιεύθηκε στις | Τελευταία Ενημέρωση

Πόσες φορές έχει τύχει το παιδί μας να δυσκολεύεται με κάτι, να στενοχωριέται για μια κατάσταση ή να αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα και εμείς να σπεύδουμε αμέσως να βρούμε τη λύση; Πριν καν ολοκληρώσει όσα θέλει να μας πει, έχουμε ήδη αρχίσει να του δίνουμε συμβουλές, να προτείνουμε τρόπους αντιμετώπισης ή να προσπαθούμε να διορθώσουμε ό,τι το έχει αναστατώσει. Άλλωστε, αυτό δεν κάνουν οι καλοί γονείς; Προσπαθούν να προστατεύουν τα παιδιά τους και να βρίσκονται πάντα δίπλα τους.

Κι όμως, όταν η διάσωση γίνεται καθημερινή συνήθεια, μπορεί άθελά μας να στερήσουμε από τα παιδιά μας την ευκαιρία να αναπτύξουν τις δεξιότητες που χρειάζονται για να πιστέψουν στον εαυτό τους, να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες και να αποκτήσουν ψυχική ανθεκτικότητα.


Η δρ. Μέρεντιθ Έλκινς, κλινική ψυχολόγος που ειδικεύεται στις αγχώδεις διαταραχές παιδιών και γονέων, μέλος του διδακτικού προσωπικού της Ιατρικής Σχολής του Χάρβαρντ και μητέρα η ίδια, γνωρίζει καλά πόσο εύκολα η αγάπη και η υποστήριξη μπορούν να μετατραπούν σε υπερβολική γονεϊκή παρέμβαση.

Όπως εξηγεί, η υπερπροστατευτική ανατροφή συνδυάζει την υπερβολική εμπλοκή στη ζωή του παιδιού με την ανάγκη να το προφυλάσσουμε από κάθε δυσκολία. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, μπορεί άθελά μας να του μεταδώσουμε το μήνυμα ότι ο κόσμος είναι επικίνδυνος και ότι δεν είναι ικανό να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις χωρίς τη βοήθεια ενός ενήλικα. Σταδιακά, αυτό μπορεί να υπονομεύσει την αυτοπεποίθησή του, να ενισχύσει την εξάρτησή του από εμάς και να αυξήσει το άγχος του.

Πώς μπορούμε, λοιπόν, να καταλάβουμε αν η φροντίδα μας έχει γίνει υπερβολική; Και τι χρειάζονται πραγματικά τα παιδιά για να μεγαλώσουν με αυτοπεποίθηση, ανεξαρτησία και ψυχική ανθεκτικότητα;

1. Λύνουμε τα προβλήματα του παιδιού πριν προλάβει να προσπαθήσει μόνο του

Όταν τα παιδιά δυσκολεύονται, πολλοί γονείς αντιδρούμε σχεδόν αυτόματα και παρεμβαίνουμε για να τα βοηθήσουμε. Μπορεί να προσπαθήσουμε να διαπραγματευτούμε με το σχολείο τη μείωση των μαθημάτων ή των εργασιών τους, να επικοινωνήσουμε με τους γονείς ενός φίλου τους για να λύσουμε μια διαφωνία ή να αλλάξουμε το οικογενειακό πρόγραμμα, ώστε να αποφύγουμε μια κατάσταση που ενδέχεται να τα κάνει να νιώσουν άβολα.

Η πρόθεσή μας είναι καλή: θέλουμε να τα ανακουφίσουμε και να τους δείξουμε ότι μπορούν να βασίζονται πάνω μας. Ωστόσο, τα παιδιά δεν μπορούν να γίνουν αυτόνομοι και σίγουροι για τον εαυτό τους λύτες προβλημάτων, αν δεν τους δώσουμε την ευκαιρία να προσπαθήσουν, να κάνουν λάθη και τελικά να τα καταφέρουν μόνα τους.

Τι μπορούμε να κάνουμε;

Πριν σπεύσουμε να δώσουμε τη λύση, ας κάνουμε μια μικρή παύση. Αντί να αναλάβουμε εμείς δράση, μπορούμε να ρωτήσουμε το παιδί: «Εσύ τι πιστεύεις ότι θα μπορούσες να δοκιμάσεις;».

Με αυτόν τον τρόπο, ενθαρρύνουμε την ανεξάρτητη σκέψη του και του δείχνουμε ότι οι ιδέες του έχουν αξία. Παράλληλα, του δίνουμε χώρο να ανακαλύψει τις δυνατότητές του και να μάθει να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες με τις δικές του δυνάμεις.

2. Προσπαθούμε να προστατεύσουμε το παιδί από κάθε δυσάρεστο συναίσθημα

Είναι φυσικό να στενοχωριόμαστε όταν βλέπουμε το παιδί μας αγχωμένο, λυπημένο ή απογοητευμένο. Πολλοί γονείς φοβούνται ότι αυτά τα συναισθήματα μπορεί να το πληγώσουν ή να επηρεάσουν αρνητικά την ψυχική του υγεία. Έτσι, προσπαθούν διαρκώς να το καθησυχάσουν, να του αποσπάσουν την προσοχή ή να διορθώσουν αμέσως οτιδήποτε του προκαλεί αναστάτωση.

«Μην είσαι στενοχωρημένος, πάμε να κάνουμε κάτι διασκεδαστικό!» μπορεί να είναι μια φράση που έχουμε πει όλοι κάποια στιγμή.

Ωστόσο, τα δυσάρεστα συναισθήματα αποτελούν ένα φυσιολογικό κομμάτι της ζωής. Η απογοήτευση, η λύπη και το άγχος δεν μπορούν ούτε χρειάζεται να εξαφανίζονται κάθε φορά που εμφανίζονται. Αντίθετα, η εκμάθηση τρόπων διαχείρισής τους είναι απαραίτητη για την υγιή συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών.

Τι μπορούμε να κάνουμε;

Αντί να προσπαθούμε να εξαφανίσουμε αμέσως το δυσάρεστο συναίσθημα, ας βοηθήσουμε το παιδί να το αναγνωρίσει και να το εκφράσει. Μπορούμε να του πούμε: «Καταλαβαίνω ότι έχεις απογοητευτεί και είναι λογικό να νιώθεις έτσι. Ξέρω, όμως, ότι μπορείς να το αντιμετωπίσεις».

Έτσι, αναγνωρίζουμε αυτό που αισθάνεται, χωρίς να το υποτιμούμε, ενώ παράλληλα του μεταδίδουμε εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του. Το μήνυμα δεν είναι ότι πρέπει να σταματήσει να στενοχωριέται, αλλά ότι μπορεί να αντέξει τη στενοχώρια και να προχωρήσει.

3. Θεωρούμε το παιδί πιο αδύναμο απ’ όσο είναι

Μια πιο διακριτική μορφή υπερπροστασίας εμφανίζεται όταν προσαρμόζουμε τις προσδοκίες μας με βάση όσα φοβόμαστε ότι το παιδί δεν θα καταφέρει να διαχειριστεί και όχι με βάση όσα μπορεί να μάθει να αντιμετωπίζει.

Για να το προστατεύσουμε από την αναστάτωση, μπορεί να του επιτρέπουμε να αποφεύγει τις προπονήσεις, τα μαθήματα ή άλλες σταθερές δραστηριότητές του επειδή ενδέχεται να κουραστεί ή να αγχωθεί. Μπορεί, επίσης, να φιλτράρουμε κάθε σχόλιο ή παρατήρηση που θα μπορούσε να το στενοχωρήσει, προσπαθώντας να το προφυλάξουμε από κάθε πιθανή απογοήτευση.

Αναμφίβολα, αυτή η στάση μπορεί να το κάνει να αισθανθεί καλύτερα εκείνη τη στιγμή. Όταν, όμως, αντιμετωπίζουμε διαρκώς το παιδί σαν να μην μπορεί να αντέξει τις δυσκολίες, υπάρχει ο κίνδυνος να αρχίσει να βλέπει και το ίδιο τον εαυτό του ως αδύναμο ή εύθραυστο.

Τι μπορούμε να κάνουμε;

Ας αναρωτηθούμε αν οι προσδοκίες μας ανταποκρίνονται στην ηλικία και στις πραγματικές δυνατότητες του παιδιού. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ενέχουν πράγματι κάποιον κίνδυνο ή απλώς το κάνουν να νιώθει άβολα;

Δεν χρειάζεται να πιέζουμε τα παιδιά να ξεπερνούν τα όριά τους. Χρειάζεται, όμως, να τα στηρίζουμε ώστε να αναπτύσσουν σταδιακά τις δεξιότητές τους, αντί να τα απομακρύνουμε από κάθε κατάσταση που μπορεί να τα δυσκολέψει. Η υποστήριξη είναι πιο ουσιαστική όταν τα βοηθά να μεγαλώνουν και να εξελίσσονται, όχι όταν τα προστατεύει από κάθε πρόκληση.

4. Δίνουμε μεγαλύτερη σημασία στο αποτέλεσμα παρά στη διαδικασία της μάθησης

Η υπερπροστατευτική ανατροφή συχνά επικεντρώνεται στο αποτέλεσμα: να μην κάνει το παιδί λάθη, να μη στενοχωρηθεί και να πετύχει αυτό που επιθυμεί. Έτσι, όμως, μπορεί να χάσουμε από τα μάτια μας κάτι πολύ σημαντικότερο: την ευκαιρία να μάθει να διαχειρίζεται τις αποτυχίες και να προσαρμόζεται όταν τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως τα περίμενε.

Αυτή η στάση μπορεί να εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους. Για παράδειγμα, μπορεί να διαπραγματευόμαστε με τον εκπαιδευτικό τις ομάδες μιας σχολικής εργασίας, ώστε το παιδί μας να συνεργαστεί με τους «ιδανικούς» συμμαθητές. Μπορεί να διαμαρτυρόμαστε στον προπονητή επειδή θεωρούμε άδικη μια απόφασή του ή να παρεμβαίνουμε σε κάθε βήμα μιας χειροτεχνίας, προκειμένου να είμαστε βέβαιοι ότι θα γίνει σωστά.

Όμως, η πραγματική ανάπτυξη δεν έρχεται όταν όλα πηγαίνουν τέλεια. Έρχεται όταν οι προσδοκίες μας διαψεύδονται, όταν κάνουμε λάθη και όταν καλούμαστε να βρούμε έναν διαφορετικό τρόπο για να προχωρήσουμε.

Τι μπορούμε να κάνουμε;

Ας επιτρέψουμε στα παιδιά να κάνουν λάθη και να βιώσουν τις φυσικές συνέπειές τους. Ας αντισταθούμε στην παρόρμηση να τους πάμε στο σχολείο την εργασία που ξέχασαν, να διαμαρτυρηθούμε για έναν κακό βαθμό ή να αγοράσουμε ένα δώρο για να αντισταθμίσουμε μια απογοητευτική επίδοση.

Αντί να παρεμβαίνουμε για να διορθώσουμε τα πάντα, μπορούμε να σταθούμε δίπλα τους και να τα βοηθήσουμε να σκεφτούν τι πήγε στραβά, ποιες επιλογές έχουν και τι μπορούν να κάνουν διαφορετικά την επόμενη φορά.

Στόχος δεν είναι να αφήνουμε τα παιδιά μόνα τους απέναντι στις δυσκολίες, αλλά να τα στηρίζουμε ώστε να αναπτύσσουν τις δικές τους λύσεις, να προσαρμόζονται και να μαθαίνουν από την εμπειρία τους.

5.Όταν το γονεϊκό άγχος επηρεάζει τις αποφάσεις μας

Πολλές συμπεριφορές υπερπροστασίας πηγάζουν από τους δικούς μας φόβους. Ανησυχούμε μήπως το παιδί αποτύχει, μήπως οι άλλοι το κρίνουν ή μήπως μια δυσκολία που αντιμετωπίζει σήμερα έχει αρνητικές συνέπειες για το μέλλον του.

Έτσι, μπορεί να τηλεφωνήσουμε στους γονείς ενός φίλου του για να παρέμβουμε σε μια μικρή διαφωνία, φοβούμενοι ότι θα επηρεαστούν οι κοινωνικές του σχέσεις. Ή μπορεί να στεκόμαστε διαρκώς πάνω από το παιδί όσο διαβάζει, επειδή αγχωνόμαστε για τις σχολικές του επιδόσεις.

Παρόλο που αυτές οι συμπεριφορές πηγάζουν από την αγάπη και το ενδιαφέρον μας, τα παιδιά ενδέχεται να τις ερμηνεύσουν ως ένδειξη ότι δεν πιστεύουμε στις δυνατότητές τους. Έτσι, χωρίς να το θέλουμε, μπορεί να τους μεταδώσουμε αμφιβολίες για τον ίδιο τους τον εαυτό.

Τι μπορούμε να κάνουμε;

Πριν παρέμβουμε, ας σταματήσουμε για λίγο και ας αναρωτηθούμε: «Αφορά αυτό που συμβαίνει πραγματικά την ασφάλεια του παιδιού μου ή τη δική μου δυσκολία να το βλέπω να ζορίζεται;».

Η ερώτηση αυτή μπορεί να μας βοηθήσει να ξεχωρίσουμε πότε η παρέμβασή μας είναι απαραίτητη και πότε καθοδηγείται κυρίως από το δικό μας άγχος.

Είναι επίσης σημαντικό να δείχνουμε στα παιδιά πώς μπορούμε να ανεχόμαστε τη δυσφορία και την αβεβαιότητα, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει άμεση λύση. Με αυτόν τον τρόπο, τους διδάσκουμε ότι δεν χρειάζεται να διορθώνουμε κάθε πρόβλημα αμέσως και ότι μπορούμε να παραμένουμε ψύχραιμοι ακόμη και όταν τα πράγματα είναι δύσκολα.

Πώς θα μεγαλώσουμε παιδιά με ψυχική ανθεκτικότητα;

Η υπερπροστασία ξεκινά συχνά από την αγάπη και την επιθυμία μας να κρατήσουμε τα παιδιά ασφαλή. Όταν, όμως, προσπαθούμε να τα προφυλάξουμε από κάθε δυσκολία, υπάρχει ο κίνδυνος να ενισχύσουμε ακριβώς το άγχος που θέλουμε να αποτρέψουμε. Από την άλλη πλευρά, αν κινηθούμε στο αντίθετο άκρο και παραμελήσουμε τις ανάγκες τους, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι εξίσου επιβαρυντικό.

Το κλειδί βρίσκεται στην ισορροπία: να καθοδηγούμε χωρίς να ελέγχουμε, να στηρίζουμε χωρίς να σπεύδουμε να σώσουμε και να προσφέρουμε συμβουλές χωρίς να σταματάμε να εμπιστευόμαστε τις δυνατότητές τους.

Τα παιδιά αναπτύσσουν ψυχική ανθεκτικότητα όταν νιώθουν αρκετά ασφαλή ώστε να δοκιμάσουν κάτι καινούργιο, αλλά και αρκετά ελεύθερα ώστε να μάθουν από τις δικές τους εμπειρίες. Χρειάζονται γονείς που θα είναι δίπλα τους όταν δυσκολεύονται, χωρίς να αναλαμβάνουν κάθε φορά να λύσουν το πρόβλημα για λογαριασμό τους.

Γιατί ο στόχος μας δεν είναι να μεγαλώσουμε παιδιά που δεν θα απογοητευτούν ποτέ, δεν θα φοβηθούν και δεν θα κάνουν λάθη. Είναι να μεγαλώσουμε παιδιά που θα γνωρίζουν ότι, ακόμη κι όταν τα πράγματα δεν πάνε όπως τα είχαν σχεδιάσει, μπορούν να προσπαθήσουν ξανά, να ζητήσουν βοήθεια όταν τη χρειάζονται και να εμπιστευτούν τον εαυτό τους.

Γράφει η δρ. Μέρεντιθ Έλκινς για ττο CNBC

Η κ. Έλκινς είναι κλινική ψυχολόγος με εξειδίκευση στις αγχώδεις διαταραχές σε παιδιά και γονείς. Είναι μέλος του διδακτικού προσωπικού της Ιατρικής Σχολής του Χάρβαρντ, συνδιευθύντρια του προγράμματος McLean Anxiety Mastery Program στο νοσοκομείο McLean και συγγραφέας του βιβλίου Parenting Anxiety: Breaking the Cycle of Worry and Raising Resilient Kids