Μετά το διαζύγιο, ο μπαμπάς ξαναμαθαίνει τα παιδιά του – Πώς χτίζεται μια νέα σχέση

Δημοσιεύθηκε στις

Όταν ένας γάμος τελειώνει, η συζήτηση συνήθως στρέφεται στα πρακτικά: τα παιδιά, η επιμέλεια, η διαμονή, τα οικονομικά, η περιουσία. Υπάρχει όμως και μια πιο σιωπηλή αλλαγή, που συχνά δεν συζητιέται αρκετά. Είναι η στιγμή που ένας πατέρας καλείται να σταθεί απέναντι στα παιδιά του διαφορετικά από πριν και να αναλάβει μόνος του ρόλους που κάποτε μοιραζόταν με τη σύντροφό του ή, σε κάποιες περιπτώσεις, δεν είχε χρειαστεί να αναλάβει πραγματικά.

«Όταν χώρισα, με τρόμαζε η ξαφνική ελευθερία που μου δινόταν σχετικά με την ανατροφή των παιδιών μου», εξομολογείται ένας σαραντάρης πατέρας δύο αγοριών.


Μέσα σε αυτή τη φράση κρύβεται κάτι που πιθανότατα έχουν νιώσει πολλοί πατέρες μετά από ένα διαζύγιο: ο φόβος μήπως δεν τα καταφέρουν. Μήπως δεν ξέρουν πώς να διαχειριστούν ένα παιδί που θυμώνει, φοβάται, κλαίει ή απλώς χρειάζεται κάποιον να το ακούσει. Και ίσως ακόμη περισσότερο, ο φόβος ότι θα φανεί ό,τι μέχρι τότε μπορούσε να καλύπτεται από την καθημερινή παρουσία της μητέρας.

Μετά το διαζύγιο, ο μπαμπάς ξαναμαθαίνει τα παιδιά του – Πώς χτίζεται μια νέα σχέση
Fatherhood story
June 12, 2009
Photography by Mark A. Philbrick
Copyright BYU Photo 2009
All Rights Reserved
photo@byu.edu (801)422-7322

Η πατρότητα αλλάζει, όταν αλλάζει η οικογένεια

Για πολλές γενιές, ο πατέρας είχε έναν περισσότερο «σκληρό» ρόλο μέσα στην οικογένεια. Ήταν εκείνος που έβαζε κανόνες, έδινε κατευθύνσεις και συχνά κρατούσε μεγαλύτερη συναισθηματική απόσταση. Η φροντίδα, η παρηγοριά και η συζήτηση για όσα αισθανόταν ένα παιδί θεωρούνταν συχνά περισσότερο υπόθεση της μητέρας.

Όσο η οικογένεια λειτουργούσε με αυτόν τον καταμερισμό, αυτή η συναισθηματική απόσταση μπορούσε να περνά απαρατήρητη. Μετά το διαζύγιο, όμως, τα πράγματα αλλάζουν. Ο πατέρας βρίσκεται αντιμέτωπος με μια νέα καθημερινότητα και χρειάζεται να μάθει να παρηγορεί, να ακούει, να καταλαβαίνει τι κρύβεται πίσω από ένα ξέσπασμα και να δίνει όνομα στα συναισθήματα του παιδιού του. Αλλά και στα δικά του.

Σε αυτό το σημείο αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η δουλειά του Αμερικανού ψυχολόγου John Gottman, ο οποίος έγινε γνωστός για τη «Μέθοδο Gottman» και την πολυετή έρευνά του πάνω στις σχέσεις των ζευγαριών.

Στο έργο του ξεχωρίζουν οι περίφημοι «Τέσσερις Καβαλάρηδες»: η κριτική, η περιφρόνηση, η αμυντική στάση και η συναισθηματική απόσυρση. Πρόκειται για μοτίβα επικοινωνίας που μπορούν να επιβαρύνουν σημαντικά μια σχέση.

Η έρευνά του, όμως, επεκτάθηκε και στη σχέση γονέα και παιδιού, με ιδιαίτερη έμφαση στον τρόπο με τον οποίο οι γονείς ανταποκρίνονται στα συναισθήματα των παιδιών τους.

Όταν το «μην κλαις» γίνεται «πες μου τι νιώθεις»

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες έννοιες στο έργο του Gottman είναι το emotion coaching, δηλαδή η «συναισθηματική καθοδήγηση».

Η ιδέα πίσω από αυτή είναι απλή, αλλά όχι πάντα εύκολη στην πράξη: ένα παιδί δεν χρειάζεται να μάθει να κρύβει τον θυμό, τον φόβο ή τη λύπη του. Χρειάζεται να μάθει να τα αναγνωρίζει και να τα διαχειρίζεται.

Ο γονιός, λοιπόν, δεν προσπαθεί να «σβήσει» αμέσως ένα δυσάρεστο συναίσθημα. Το βλέπει ως μια ευκαιρία να έρθει πιο κοντά στο παιδί. Ακούει με ενσυναίσθηση, βοηθά το παιδί να βρει τις λέξεις για αυτό που αισθάνεται και στη συνέχεια το καθοδηγεί ώστε να αντιμετωπίσει με πιο εποικοδομητικό τρόπο το πρόβλημα που προκάλεσε το συναίσθημα.

Ο Gottman περιγράφει αυτή τη διαδικασία σε πέντε βήματα: πρώτα ο γονιός αναγνωρίζει το συναίσθημα του παιδιού πριν αυτό κλιμακωθεί. Στη συνέχεια το αντιμετωπίζει ως ευκαιρία για σύνδεση, ακούει με ενσυναίσθηση, βοηθά το παιδί να ονομάσει αυτό που νιώθει και, τέλος, το καθοδηγεί προς μια λύση ή έναν πιο αποτελεσματικό τρόπο αντιμετώπισης της κατάστασης.

Στον αντίποδα βρίσκεται η υποτίμηση ή η απόρριψη των συναισθημάτων. Το «σταμάτα να κλαις», το «δεν είναι τίποτα» ή το «μην κάνεις έτσι» μπορεί να μοιάζουν σαν προσπάθεια να βοηθήσουμε το παιδί να ηρεμήσει, όμως δεν του μαθαίνουν απαραίτητα τι να κάνει με αυτό που αισθάνεται.

Έρευνες που συνδέονται με το έργο του Gottman έχουν συσχετίσει τη συναισθηματική καθοδήγηση με καλύτερη ικανότητα συγκέντρωσης και ρύθμισης των συναισθημάτων, λιγότερα προβλήματα συμπεριφοράς, καλύτερες κοινωνικές σχέσεις και αποτελεσματικότερη διαχείριση του στρες.

Και εδώ ο ρόλος του πατέρα αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Η συναισθηματική του παρουσία μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο ένα παιδί μαθαίνει να κατανοεί και να διαχειρίζεται τον εσωτερικό του κόσμο.

Πριν ακούσει το παιδί, πρέπει να ακούσει τον εαυτό του

Ίσως το πιο δύσκολο κομμάτι αυτής της προσέγγισης βρίσκεται όμως αλλού: στον ίδιο τον γονιό.

Για να μπορέσει ένας πατέρας να ακούσει πραγματικά το παιδί του, χρειάζεται πρώτα να μπορεί να αναγνωρίζει τα δικά του συναισθήματα. Και αυτό δεν είναι αυτονόητο για όλους τους άνδρες.

Πολλοί μεγάλωσαν με την ιδέα ότι ο άνδρας πρέπει να είναι δυνατός, ψύχραιμος, αυτάρκης και να έχει τον έλεγχο. Όχι να μιλά για τον φόβο, τη θλίψη ή την ανασφάλειά του. Έτσι, η αναγνώριση των συναισθημάτων μπορεί να είναι μια δεξιότητα που δεν πρόλαβαν ποτέ να καλλιεργήσουν.

Το διαζύγιο μπορεί να φέρει όλα αυτά στην επιφάνεια. Η αλλαγή στην καθημερινότητα με τα παιδιά μπορεί να γεννήσει ενοχή, θλίψη, ανασφάλεια ή ακόμη και φόβο απόρριψης. Συναισθήματα που ένας πατέρας μπορεί μέχρι τότε να απέφευγε ή να μην ήξερε πώς να ονομάσει.

Κι όμως, ακριβώς εκεί μπορεί να βρίσκεται και μια νέα αρχή.

Μια δύσκολη αλλαγή που μπορεί να γίνει ευκαιρία

Το διαζύγιο δεν είναι εύκολη συνθήκη για μια οικογένεια. Για έναν πατέρα, όμως, μπορεί να γίνει και η αφετηρία μιας διαφορετικής σχέσης με τα παιδιά του. Όχι επειδή ξαφνικά πρέπει να γίνει «τέλειος» γονιός, αλλά επειδή καλείται να είναι περισσότερο παρών.

Η προσέγγιση του John Gottman βάζει στο επίκεντρο κάτι που για πολλά χρόνια έμενε στην άκρη της παραδοσιακής εικόνας της πατρότητας: τη συναισθηματική διαθεσιμότητα.

Να μπορεί ο μπαμπάς να πει «σε βλέπω», όταν το παιδί θυμώνει. Να μπορεί να ακούσει χωρίς να βιαστεί να δώσει λύση. Να μην φοβηθεί τα δάκρυά του. Και, ίσως το πιο σημαντικό, να μπορεί να αναγνωρίσει και τα δικά του.

Γιατί τελικά το ζητούμενο δεν είναι να μεγαλώσουμε παιδιά που δεν θυμώνουν, δεν φοβούνται και δεν στενοχωριούνται. Είναι να μεγαλώσουμε παιδιά που ξέρουν ότι όλα αυτά τα συναισθήματα χωρούν στη ζωή τους και ότι υπάρχει ένας άνθρωπος δίπλα τους που μπορεί να τα ακούσει.

Και για έναν πατέρα μετά το διαζύγιο, αυτή η νέα συναισθηματική εγγύτητα μπορεί να γίνει ένας διαφορετικός τρόπος να ξαναχτίσει τη θέση του στη ζωή των παιδιών του.