Πρωτότοκα, μεσαία ή μικρότερα παιδιά; Καθορίζει η σειρά γέννησης την προσωπικότητά μας
Δημοσιεύθηκε στις
Τα πρωτότοκα θεωρούνται πιο υπεύθυνα, τα μεσαία πιο συμβιβαστικά και τα μικρότερα πιο ζωηρά και ριψοκίνδυνα. Είναι, όμως, η σειρά γέννησης αυτή που καθορίζει την προσωπικότητά μας; Νεότερες επιστημονικές μελέτες αμφισβητούν τα γνωστά στερεότυπα και δείχνουν ότι ο χαρακτήρας μας επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες και μπορεί να αλλάζει σε κάθε ηλικία.
Τι δείχνουν οι έρευνες για τη σειρά γέννησης
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Washington Post, μελέτη των πανεπιστημίων Μπροκ, στο Οντάριο, και Κάλγκαρι, στην οποία συμμετείχαν 710.000 άνθρωποι, έδειξε ότι όσοι μεγάλωσαν με αδέλφια τείνουν, κατά μέσο όρο, να είναι πιο συνεργάσιμοι, ευχάριστοι, ειλικρινείς και ταπεινοί. Τα μεσαία παιδιά συγκέντρωσαν υψηλότερες βαθμολογίες σε αυτά τα χαρακτηριστικά.
Ωστόσο, η συνολική επίδραση της σειράς γέννησης ήταν πολύ μικρή. Μάλιστα, το πόσα αδέλφια έχει κάποιος φαίνεται να επηρεάζει περισσότερο την προσωπικότητά του από το αν είναι το πρώτο ή το τελευταίο παιδί της οικογένειας.
Συνολικά, πάντως, η σειρά γέννησης και το μέγεθος της οικογένειας εξηγούν λιγότερο από το 1% των διαφορών μεταξύ των ενηλίκων ως προς την ειλικρίνεια, την ταπεινότητα και την καλοσύνη. Επιπλέον, αν η σειρά γέννησης διαμόρφωνε μόνιμα τον χαρακτήρα μας, οι διαφορές μεταξύ των αδελφών θα έπρεπε να μεγαλώνουν με την ηλικία. Οι μελέτες, όμως, δεν επιβεβαιώνουν κάτι τέτοιο.
Γιατί τα μικρότερα παιδιά παίρνουν περισσότερα ρίσκα
Μια άλλη διεθνής μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Annals of the New York Academy of Sciences, εξέτασε αν ορισμένα χαρακτηριστικά που αποδίδουμε στα παιδιά λόγω της σειράς γέννησής τους είναι στην πραγματικότητα συμπεριφορές που αναπτύσσουν για να ξεχωρίσουν μέσα στην οικογένεια.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα μικρότερα παιδιά ηλικίας 10 έως 14 ετών ήταν πράγματι πιο πιθανό να αναλάβουν ρίσκα σε σύγκριση με τα πρωτότοκα. Η διαφορά, όμως, μειωνόταν όσο μεγάλωναν και είχε εξαφανιστεί μέχρι την ηλικία των 30 ετών.
Με άλλα λόγια, το μικρότερο παιδί δεν είναι απαραίτητα πιο απερίσκεπτο από τη φύση του. Η συμπεριφορά του μπορεί να αποτελεί αντίδραση στο οικογενειακό περιβάλλον και στον ρόλο που έχει αναλάβει μέσα σε αυτό. Καθώς μεγαλώνει και έρχεται αντιμέτωπο με νέες εμπειρίες, μπορεί να αφήσει πίσω του αυτόν τον ρόλο και να διαμορφώσει διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Οι «Μεγάλοι Πέντε» και οι παράγοντες που διαμορφώνουν τον χαρακτήρα
Οι ψυχολόγοι χρησιμοποιούν συχνά το μοντέλο των «Μεγάλων Πέντε» για να περιγράψουν την προσωπικότητα. Περιλαμβάνει την εξωστρέφεια, τη συνεργατικότητα, την ευσυνειδησία, τον νευρωτισμό, που σχετίζεται με το άγχος και τη συναισθηματική αστάθεια, καθώς και την πνευματική περιέργεια και τη φαντασία.
Τα χαρακτηριστικά αυτά μπορούν να παραμένουν σχετικά σταθερά για ορισμένες περιόδους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν αλλάζουν στη διάρκεια της ζωής. Σύμφωνα με τους ειδικούς, τρεις βασικοί παράγοντες επηρεάζουν αυτή την εξέλιξη: η γενετική, οι εμπειρίες και η συνειδητή προσπάθεια.
Έρευνες σε διδύμους εκτιμούν ότι το 40% έως 60% των διαφορών σε ορισμένα χαρακτηριστικά προσωπικότητας σχετίζεται με γενετικούς παράγοντες. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι ο χαρακτήρας είναι προκαθορισμένος. Η κληρονομικότητα και το περιβάλλον αλληλεπιδρούν, ενώ ο διαχωρισμός της επίδρασής τους δεν είναι πάντα εύκολος.
Παράλληλα, σημαντικές αλλαγές στη ζωή, όπως ένας γάμος, ένα διαζύγιο, η γέννηση ενός παιδιού ή η συνταξιοδότηση, μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε και συμπεριφερόμαστε. Ακόμη και οι μικρές, καθημερινές εμπειρίες, όπως η φροντίδα του συντρόφου μας ή η ικανοποίηση από μικρά προσωπικά επιτεύγματα, μπορούν να έχουν αθροιστικά σημαντική επίδραση.
Μπορούμε να αλλάξουμε χαρακτήρα με συνειδητή προσπάθεια;
Η απάντηση των ειδικών είναι ναι. Η προσωπικότητα δεν είναι κάτι αμετάβλητο και μπορεί να επηρεαστεί από τη συστηματική προσπάθεια, την ψυχοθεραπεία και ειδικά σχεδιασμένες ασκήσεις συμπεριφοράς.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι αρκεί να διαβάσουμε ένα βιβλίο αυτοβελτίωσης για να αλλάξουμε. Όπως ακριβώς η φυσική κατάσταση απαιτεί τακτική προπόνηση, έτσι και η αλλαγή στη συμπεριφορά χρειάζεται χρόνο και επανάληψη.
«Όταν οι άνθρωποι αποφασίζουν να αλλάξουν, με αυτούς τους τρόπους, σημειώνουν μεγάλη επιτυχία», αναφέρει στην Washington Post ο Τεντ Σουάμπα, ψυχολόγος και επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν.
Η προσωπικότητα αλλάζει ακόμη και μετά τα 60 ή τα 70
Η αλλαγή δεν σταματά στην ενηλικίωση. Ακόμη και άνθρωποι άνω των 60 ή των 70 ετών μπορούν να καλλιεργήσουν νέα χαρακτηριστικά και να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τη ζωή.
Οι έρευνες δείχνουν ότι με την ηλικία μπορεί να αυξάνεται η συναισθηματική σταθερότητα, ακόμη και όταν ορισμένες σωματικές δυνατότητες ή οι κοινωνικοί πόροι μειώνονται. Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό ως «παράδοξο της γήρανσης»: ενώ κάποιες ικανότητες υποχωρούν, η συναισθηματική ισορροπία μπορεί να βελτιώνεται.
Όπως εξηγεί η Ρόντικα Ντάμιαν, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Χιούστον, καθώς μεγαλώνουμε τείνουμε να γινόμαστε πιο ευσυνείδητοι, συναισθηματικά σταθεροί και ευχάριστοι.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η σειρά γέννησης δεν καθορίζει το ποιοι θα γίνουμε. Τα πρωτότοκα, τα μεσαία και τα μικρότερα παιδιά μπορεί να επηρεάζονται διαφορετικά από το οικογενειακό τους περιβάλλον, αλλά η προσωπικότητα διαμορφώνεται από πολύ περισσότερα στοιχεία. Και το σημαντικότερο; Δεν είμαστε καταδικασμένοι να παραμείνουμε όπως ήμασταν στα 20 μας. Μπορούμε να εξελισσόμαστε και να αλλάζουμε σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας.









