Επιστροφή στο σχολείο: Γιατί τα παιδιά κάνουν ξεσπάσματα και πώς μπορούμε να τα προλάβουμε
Δημοσιεύθηκε στις
Δεν είναι πάντα «αντίδραση» ή πείσμα – Τι συμβαίνει στο παιδί τις πρώτες εβδομάδες και πώς μπορούν οι γονείς να κάνουν τα πρωινά λίγο πιο εύκολα
Το καλοκαίρι το παιδί σας ήταν μια χαρά. Ξέγνοιαστο, χαρούμενο, ίσως λίγο πιο… ατίθασο από το συνηθισμένο, αλλά ευτυχισμένο. Και ξαφνικά έρχεται ο Σεπτέμβριος και όλα αλλάζουν. Οι κάλτσες γίνονται αφορμή για καβγά, το πρωινό μετατρέπεται σε διαπραγμάτευση και στην πόρτα του σχολείου τα δάκρυα δεν σταματούν.
Και κάπου εκεί μπορεί να αναρωτηθείτε: «Μήπως απλώς κάνει δύσκολη τη ζωή μας; Μήπως αντιδρά χωρίς λόγο;». Δεν είστε κακός γονιός αν σας έχει περάσει αυτή η σκέψη από το μυαλό. Ωστόσο, σύμφωνα με ειδικό στη νευροεπιστήμη, αυτό που μοιάζει με πείσμα ή ανυπακοή μπορεί να κρύβει κάτι εντελώς διαφορετικό.
Η Robyn Gobbel, θεραπεύτρια, ειδικός στη νευροεπιστήμη και συγγραφέας του βιβλίου «Raising Kids with Big, Baffling Behaviors», εξηγεί ότι τα ξεσπάσματα στην αρχή της σχολικής χρονιάς συχνά δεν είναι θέμα κακής συμπεριφοράς. Μπορεί να είναι ο τρόπος με τον οποίο ένα παιδί αντιδρά όταν το νευρικό του σύστημα έχει φτάσει στα όριά του.
Γιατί οι πρώτες εβδομάδες του σχολείου είναι τόσο δύσκολες
«Όλοι οι εγκέφαλοι, ο δικός σας, του παιδιού σας, όλων μας, επεξεργάζονται περισσότερα από 11 εκατομμύρια bits δεδομένων κάθε στιγμή», εξηγεί η Gobbel.
Βασική δουλειά του εγκεφάλου είναι να μας κρατά ασφαλείς. Γι’ αυτό βρίσκεται διαρκώς σε εγρήγορση, προσπαθώντας να καταλάβει αν κάτι είναι γνώριμο ή καινούργιο. Ένα νέο σχολείο, μια καινούργια τάξη, διαφορετικοί εκπαιδευτικοί, συμμαθητές και κανόνες σημαίνουν πολλές άγνωστες πληροφορίες που το παιδί πρέπει να επεξεργαστεί.
«Έτσι, ένα παιδί που μπαίνει σε μια καινούργια τάξη έχει ήδη καταναλώσει μέρος της ικανότητάς του να διαχειρίζεται το στρες. Αυτό το φέρνει πιο κοντά σε ένα ξέσπασμα από ό,τι συνήθως, ακόμη κι αν εξωτερικά όλα φαίνονται καλά».
Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε έναν κακό ύπνο, ένα άδειο στομάχι ή ακόμη και μια δυσάρεστη ανάμνηση από έναν εκπαιδευτικό που μπορεί να μην του είχε φερθεί καλά πριν από δύο χρόνια, το παιδί μπορεί να ξεκινά τη σχολική ημέρα έχοντας ήδη εξαντλήσει μεγάλο μέρος των αποθεμάτων του.
«Τα ξεσπάσματα μπορεί να μοιάζουν ότι εμφανίζονται από το πουθενά, αλλά δεν είναι ποτέ τυχαία. Πάντα υπάρχει λόγος που βγάζουν νόημα», λέει η ειδικός.
Όταν το «όχι» είναι το μόνο που μπορεί να πει
Το να αρνείται να ντυθεί, να διαφωνεί για το πρωινό ή να επιμένει ότι δεν θα φορέσει τα συγκεκριμένα παπούτσια μπορεί πράγματι να μοιάζει με ανυπακοή. Η Gobbel, όμως, εξηγεί ότι το να χαρακτηρίσουμε απλώς τη συμπεριφορά ως «αντιδραστική» δεν μας βοηθά να καταλάβουμε τι βρίσκεται από κάτω.
«Η ανυπακοή είναι σύμπτωμα», λέει. «Εμφανίζεται όταν το νευρικό σύστημα βρίσκεται σε κατάσταση προστασίας, όταν ένα παιδί έχει τόσο λίγες δυνάμεις μετά την προσπάθεια μιας σχολικής ημέρας ή ακόμη και από την αγωνία που προηγείται, ώστε το “όχι” να είναι το μόνο που του έχει απομείνει».
Γι’ αυτό και μια μεγάλη διάλεξη την ώρα του ξεσπάσματος συνήθως δεν έχει αποτέλεσμα. «Ένα παιδί που βρίσκεται σε κατάσταση προστασίας δεν μπορεί να ακούσει μια διάλεξη για τη συμπεριφορά ή τη στάση του. Δεν έχει ακόμη την ικανότητα να κάνει αυτή τη συζήτηση».
Πρώτα χρειάζεται να ηρεμήσει το νευρικό σύστημα και μετά μπορεί να γίνει η συζήτηση για τη συμπεριφορά.
Γιατί ξεσπάει μόλις μπει στο αυτοκίνητο
Υπάρχει και εκείνο το παιδί που στο σχολείο είναι υπόδειγμα συμπεριφοράς και μόλις κλείσει η πόρτα του αυτοκινήτου μεταμορφώνεται. Ξαφνικά κλαίει, φωνάζει ή θυμώνει για το παραμικρό.
Και αυτό, σύμφωνα με την Gobbel, έχει εξήγηση.
«Το να παραμένει κάποιος ήρεμος και συγκροτημένος όλη την ημέρα απαιτεί μεγάλη προσπάθεια», σημειώνει. Καθώς η ημέρα τελειώνει, το παιδί πλησιάζει όλο και περισσότερο στο σημείο όπου θα συναντήσει επιτέλους τον άνθρωπο που χρειάζεται περισσότερο, τον γονιό του, για να διαχειριστεί όλα όσα έχει συσσωρεύσει μέσα του.
Το ξέσπασμα μετά το σχολείο μπορεί επομένως να σημαίνει ότι το παιδί κρατήθηκε όλη την ημέρα και τελικά βρήκε το ασφαλές περιβάλλον όπου μπορεί να αφήσει τον εαυτό του ελεύθερο. Και πολλές φορές αυτό το ασφαλές μέρος είναι απλώς το πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου.
Οι καλοπροαίρετες αντιδράσεις που μπορεί να κάνουν τα πράγματα χειρότερα
Όταν το παιδί μας αγχώνεται, αγχωνόμαστε κι εμείς. Και έτσι είναι εύκολο να αντιδράσουμε γρήγορα, προσπαθώντας να σταματήσουμε το κλάμα ή τον θυμό όσο πιο άμεσα γίνεται.
Η Gobbel εξηγεί ότι οι γονείς συχνά πέφτουν σε τρεις παγίδες.
Μπορεί να προσπαθήσουν να πείσουν το παιδί ότι δεν υπάρχει λόγος να στενοχωριέται: «Είσαι μια χαρά, θυμήσου πόσο σου άρεσε η κατασκήνωση».
Μπορεί να σπεύσουν αμέσως να διορθώσουν την κατάσταση, αγοράζοντας μια καινούργια σχολική τσάντα, δίνοντας συμβουλές ή οργανώνοντας από πριν την επόμενη ημέρα, χωρίς πρώτα να έχουν συνδεθεί συναισθηματικά με το παιδί.
Ή μπορεί να υποτιμήσουν αυτό που αισθάνεται: «Δεν είναι και τόσο σημαντικό, είσαι μεγάλο παιδί, μπορείς να το διαχειριστείς».
Το κοινό στοιχείο σε όλες αυτές τις αντιδράσεις είναι ότι προσπερνούν το συναίσθημα του παιδιού και πηγαίνουν κατευθείαν στη λύση. «Όταν προσπερνάμε αυτό που νιώθει το παιδί εκείνη τη στιγμή και περνάμε αμέσως στην επίλυση του προβλήματος, χάνουμε μια σημαντική στιγμή», εξηγεί η ειδικός.
Από την άλλη, ακόμη και η υπερβολική καθησύχαση μπορεί να λειτουργήσει αντίστροφα. Μπορεί άθελά μας να επιβεβαιώσει στο παιδί ότι πράγματι υπάρχει κάτι πολύ μεγάλο και τρομακτικό που πρέπει να αποφύγει.
Ο στόχος είναι να περάσουμε δύο μηνύματα ταυτόχρονα: «Αυτό που νιώθεις είναι αληθινό και εγώ είμαι εδώ, αλλά θα είσαι εντάξει».
Μικρές αλλαγές που μπορούν να κάνουν τα πρωινά πιο εύκολα
Η Gobbel ξεκαθαρίζει ότι δεν υπάρχει μία λύση που να ταιριάζει σε όλα τα παιδιά. «Υπάρχει μόνο αυτό το συγκεκριμένο παιδί, αυτή η συγκεκριμένη τάξη και αυτό το συγκεκριμένο νευρικό σύστημα, που χρειάζεται να κινηθεί με τον ρυθμό που είναι σωστός για εκείνο».
Γι’ αυτό προτείνει μικρά πειράματα στην καθημερινότητα και διατήρηση όσων αποδεικνύονται χρήσιμα.
Μπορείτε, για παράδειγμα, να βάλετε τον καφέ να ετοιμάζεται πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι, ώστε να μη ξεκινάτε ήδη αγχωμένοι τη μέρα. Να ξυπνάτε το παιδί πιο ήρεμα, αντί να φωνάζετε από τις σκάλες, ίσως δίνοντάς του κάτι ζεστό να κρατήσει. Να ανοίγετε σταδιακά τα φώτα αντί να ανάβετε όλα μαζί.
Ένα οπτικό πρόγραμμα στον τοίχο μπορεί επίσης να βοηθήσει, ώστε το παιδί να βλέπει τα βήματα που πρέπει να ακολουθήσει χωρίς να χρειάζεται να τα θυμάται όλα ταυτόχρονα. Ακόμη και το πρωινό μπορεί να γίνει πιο ευχάριστο, αν για παράδειγμα μετατραπεί σε ένα μικρό πάρτι με μουσική και χορό αντί για μια λίστα με εντολές.
«Τίποτα από αυτά δεν είναι η λύση. Είναι απλώς πειράματα πέντε λεπτών. Δοκιμάστε ένα, δείτε τι συμβαίνει και κρατήστε αυτό που λειτουργεί», λέει.
Η μεγαλύτερη αλλαγή, πάντως, ξεκινά από τον ίδιο τον γονιό. «Ο γονιός πρέπει πρώτα να ρυθμίσει τον εαυτό του και να είναι έτοιμος».
Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι χρειάζεται να ξυπνήσει λίγο νωρίτερα, ώστε να έχει προλάβει να ντυθεί και να πιει τον καφέ του πριν ξυπνήσουν τα παιδιά. Ή να δημιουργήσει μια τόσο σταθερή και ορατή ρουτίνα, ώστε να μην χρειάζεται να επαναλαμβάνει τις ίδιες οδηγίες έξι φορές πριν από τις 8 το πρωί. Έτσι μένει χώρος ακόμη και για ένα λεπτό ουσιαστικής σύνδεσης πριν φύγουν όλοι από το σπίτι.
Τι κάνουμε στα πρώτα 60 δευτερόλεπτα ενός ξεσπάσματος
Όταν το παιδί έχει ήδη φτάσει στα όριά του, η πρώτη συμβουλή της Gobbel μπορεί να ακούγεται παράξενη: μην προσπαθήσετε να είστε απλώς «ήρεμοι». Προσπαθήστε να παραμείνετε συνδεδεμένοι με τον εαυτό σας.
Αυτό σημαίνει να κρατήσετε τον έλεγχο του σώματος, των λόγων και του τόνου της φωνής σας, ακόμη κι αν το δικό σας νευρικό σύστημα αντιδρά σε αυτό που συμβαίνει.
«Παρατηρήστε τι συμβαίνει μέσα σας», λέει. Μπορείτε ακόμη και να το ονομάσετε: «Ναι, κι εγώ είμαι έτοιμη να χάσω την ψυχραιμία μου». Δώστε στον εαυτό σας λίγη κατανόηση και πάρτε μια ανάσα.
Στη συνέχεια προσπαθήστε να δείτε πίσω από τη συμπεριφορά και να αναγνωρίσετε την ένταση ή τη δυσφορία που την προκαλεί. Μερικές φορές, σε αυτά τα 60 δευτερόλεπτα, η μοναδική σας δουλειά είναι να κρατήσετε όλους ασφαλείς. Και αυτό είναι αρκετό.
Μείνετε κοντά στο παιδί μέχρι να δείτε τη στιγμή που αρχίζει να χαλαρώνει. Σχεδόν πάντα υπάρχει μια τέτοια στιγμή. Τότε ένα αγκάλιασμα, μια κουβέντα ή ακόμη και μια γουλιά νερό μπορεί πραγματικά να φτάσει μέχρι εκείνο.
Πώς να μιλήσετε στον εκπαιδευτικό
Αν χρειάζεται να μιλήσετε με τον εκπαιδευτικό, η βασική αρχή παραμένει η ίδια: πρώτα σύνδεση και μετά διόρθωση.
Η Gobbel προτείνει να ξεκινήσετε με διάθεση συνεργασίας και όχι με παράπονο, έχοντας παράλληλα στο μυαλό σας ότι και ο εκπαιδευτικός διαχειρίζεται το δικό του άγχος μέσα σε μια γεμάτη τάξη.
Μια φράση που προτείνει είναι: «Ξέρω ότι οι πρώτες εβδομάδες έχουν πολλά πράγματα να διαχειριστείτε. Ξέρω επίσης ότι το παιδί μου δυσκολεύεται αυτή την περίοδο να παραμένει ήρεμο και αυτό εκδηλώνεται με αυτή τη συμπεριφορά. Θέλω κι εγώ όσο κι εσείς να αλλάξει αυτό. Θα ήθελα να συνεργαστούμε».
Το να αναγνωρίζουμε τι συμβαίνει δεν σημαίνει ότι δικαιολογούμε τη συμπεριφορά. Σημαίνει ότι γονιός και εκπαιδευτικός βρίσκονται στην ίδια πλευρά, προσπαθώντας να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα.
Πότε δεν είναι απλώς μια δύσκολη προσαρμογή
Τα περισσότερα παιδιά τελικά προσαρμόζονται, ακόμη κι αν χρειάζονται περισσότερο χρόνο. «Κάθε μέρα που περνά, γίνεται λίγο πιο εύκολο για τον εγκέφαλο να καταλήξει στο “είμαι εντάξει”», εξηγεί η Gobbel.
Η πρώτη εβδομάδα μπορεί να περιλαμβάνει είκοσι λεπτά κλάματος κάθε πρωί. Μέχρι την τέταρτη εβδομάδα, μπορεί να υπάρχουν μόνο λίγα δάκρυα δύο φορές την εβδομάδα. Αυτή είναι η εικόνα της προόδου: δεν είναι πάντα σταθερή ούτε ακολουθεί ευθεία γραμμή. Μπορεί να υπάρξει και ένα πολύ δύσκολο πρωινό που δεν σημαίνει ότι το παιδί επέστρεψε στο σημείο μηδέν.
Αν όμως περνούν οι εβδομάδες και τίποτα δεν αλλάζει, αν τα πρωινά παραμένουν εξίσου δύσκολα και τα ξεσπάσματα είναι τόσο συχνά όσο και την πρώτη ημέρα, τότε είναι ώρα να μιλήσετε με τον εκπαιδευτικό και να αρχίσετε να αναζητάτε ένα πιο οργανωμένο πλάνο. Αυτό μπορεί να σημαίνει τη συμβολή του σχολικού συμβούλου ή ακόμη και αξιολόγηση από ειδικό εκτός σχολείου.
«Το να το εντοπίσουμε νωρίς δεν σημαίνει ότι πρέπει να πανικοβληθούμε. Σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να περιμένουμε περισσότερο από όσο είναι απαραίτητο», σημειώνει.
Και για εκείνα τα πρωινά που όλα πάνε στραβά, που φωνάξατε, χάσατε την υπομονή σας ή νιώσατε ότι δεν τα καταφέρατε όπως θα θέλατε, υπάρχει μια σκέψη που αξίζει να κρατήσετε. Τα παιδιά ξεπερνούν πολύ περισσότερες δύσκολες στιγμές από όσες πιστεύουμε όταν μας κυριεύει ο πανικός.
Το να καταλάβουμε τι βρίσκεται πίσω από μια συμπεριφορά δεν σημαίνει ότι θα αντιδρούμε πάντα τέλεια. Μας δίνει όμως περισσότερες πιθανότητες να βρούμε την επόμενη φορά έναν καλύτερο τρόπο να βοηθήσουμε το παιδί μας αλλά και τον ίδιο μας τον εαυτό.
«Όταν αλλάζουμε τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τα παιδιά μας, αλλάζουμε και τα ίδια τα παιδιά μας».
Πηγή: Motherly









