Έλα μωρέ, παιδί είναι!»: Γιατί αυτή την φράση δεν μπορούν να την ακούν οι επιστήμονας που ασχολούνται με παιδιά !

από την Ζέτα Γάκη*

Πολλές φορές οι άνθρωποι μένουν έκπληκτοι από το γεγονός ότι οι επιστήμονες προτρέπουν τους γονείς να αντιμετωπίζουν τα μωρά και τα μικρά παιδιά ως άτομα με ανεπτυγμένη αντίληψη. «Μα τί λες στο παιδί! Είναι μόλις δύο χρονών! Δεν καταλαβαίνει..» ή «Πως γίνεται ένα παιδί 1 έτους να γνωρίζει από πιθανότητες;»

Και όμως κυρίες και κύριοι! Οι επιστήμονες πλέον γνωρίζουν με βεβαιότητα ότι αυτό που συμβαίνει στο μυαλό των μωρών και των μικρών παιδιών είναι πολύ πιο περίπλοκο και εκλεπτυσμένο από ό, τι φαίνεται από την εξωτερική συμπεριφορά τους.

Η πρόωρη μάθηση συμβαίνει σε δύο επίπεδα. Από τη μια συμβαίνει η ανάπτυξη της γνώσης που είναι ορατή και εμφανής. Για παράδειγμα όταν το παιδί αρχίζει να μιλά ή να γνωρίζει τη λειτουργία διαφόρων αντικειμένων τότε έχουμε εμφανή μάθηση. Από την άλλη υπάρχει η ανάπτυξη της αόρατης και σιωπηλής μάθησης, η οποία είναι πιο δύσκολο να παρατηρηθεί αλλά σε αυτή θέλω να σταθούμε σήμερα.

Πολλά από τα εντυπωσιακά ικανά και διορατικά πράγματα που συμβαίνουν στον εγκέφαλο των μικρών παιδιών δεν φαίνονται άμεσα στη συμπεριφορά τους. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, οι γνωστικές ικανότητες των μικρών παιδιών υποτιμούνται εύκολα.

Μερικές από τις πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει ότι ακόμη και πολύ νωρίς, τα παιδιά γνωρίζουν απίστευτα συγκλονιστικά πράγματα όπως:

  1. Έχουν αναπτύξει μια «θεωρία του νου». Τα μωρά έχουν την ικανότητα να σκεφτούν και να κατανοήσουν την ψυχική κατάσταση και τις προθέσεις των άλλων. Για παράδειγμα, όταν ένα μωρό 1 έτους αντιμετωπίζει κάτι ή κάποιον άγνωστο, κοιτάζει αμέσως τη μητέρα του για να διαβάσει την έκφρασή του προσώπου της για να προσδιορίσει εάν το άγνωστο άτομο ή αντικείμενο είναι καλόβουλο ή όχι. Ακόμη, αν ένα μωρό ηλικίας 14 μηνών δει έναν ενήλικα να προσπαθεί να φτάσει ένα αντικείμενο θα διακόψει το παιχνίδι του για να μπουσουλίσει ή να περπατήσει μέχρι αυτό και να το παραδώσει στον ενήλικα.

  2. Έχουν αναπτύξει θεωρίες αριθμών. Ακόμα και τα μωρά φαίνονται ικανά να κατανοούν διαισθητικά κάτι που προσεγγίζει την προσθήκη και την αφαίρεση, και εκπλήσσονται όταν συμβαίνει κάτι αντίθετο με αυτές τις αρχές. Για παράδειγμα, όταν τα μωρά βλέπουν ένα αντικείμενο που στη συνέχεια κρύβεται πίσω από ένα παραβάν και στη συνέχεια βλέπουν ότι κρύβουμε ένα δεύτερο αντικείμενο πίσω από το παραβάν, εκπλήσσονται αν όταν το παραβάν φύγει δουν μόνο ένα αντικείμενο.

  3. Μπορούν να βγάλουν συμπεράσματα σχετικά με την αιτία και το αποτέλεσμα. Τα μικρά παιδιά παρατηρούν και μαθαίνουν καταλήγοντας σε συμπεράσματα του τύπου ότι ένας συγκεκριμένος παράγοντας Χ προκαλεί (ή αποτρέπει) μια επίδραση Υ. Σε μια μελέτη, για παράδειγμα, έκαναν ένα πείραμα με παιδιά προσχολικής ηλικίας. Τους έδειξαν ένα μηχάνημα και τους είπαν ότι τα τουβλάκια κάνουν τη μηχανή να ξεκινήσει. Το τουβλάκι Α όταν τοποθετούνταν στο μηχάνημα πάντα έκανε τη μηχανή να λειτουργήσει. Το τουβλάκι Β συσχετίστηκε με την ενεργοποίηση της λειτουργίας του μηχανήματος, αλλά μόνο όταν το τουβλάκι Α βρίσκονταν επίσης στο μηχάνημα. Τα παιδιά αναγνώρισαν σωστά ότι το τουβλάκι A ήταν ο ενεργοποιητής και όχι το τουβλάκι B. Ήταν επίσης σε θέση να επέμβουν σωστά για να κάνουν το μηχάνημα να σταματήσει αφαιρώντας το τουβλάκι A και όχι το τουβλάκι B.

  4. Είναι ευαίσθητα στη στατιστική πιθανότητα συμβάντων. Σε ένα σύνολο μελετών, για παράδειγμα, έγινε το παρακάτω πείραμα: παρουσιάστηκε στα μωρά 11 μηνών ένα αδιαφανές κουτί γεμάτο με πολλές κόκκινες μπάλες και μόνο μερικές λευκές μπάλες. Τα μωρά έδειξαν έκπληξη όταν οι μπάλες που χύνονταν έξω από το κουτί τύχαινε να είναι όλες λευκές ή όταν κάποιος έβαζε το χέρι του στο κουτί και τύχαινε να βγάζει όλες τις λευκές μπάλες. Ο εγκέφαλος των μωρών κατέγραψε το χαμηλό ποσοστό των λευκών μπάλων και αναγνώριζε την αδυναμία αυτών των γεγονότων. Ωστόσο, εάν ο ενήλικας κοίταζε το κουτί καθώς έβγαζε τις μπάλες, τα μωρά δεν ένιωθαν καμία έκπληξη εάν επέλεγε όλες τις λευκές μπάλες. Αυτό υποδηλώνει ότι η έμμεση γνώση της θεωρίας του νού από τα μωρά - σε αυτήν την περίπτωση, η κατανόηση ότι ένα άτομο μπορεί να επιλέξει σκόπιμα κάποια αντικείμενα - απορρίπτει τη συλλογιστική για τη στατιστική πιθανότητα.

  1. Είναι ευαίσθητα στις διδακτικές ενδείξεις. Από τη νηπιακή ηλικία, τα παιδιά δίνουν ιδιαίτερη προσοχή σε κοινωνικές καταστάσεις που είναι πιθανό να αντιπροσωπεύουν ευκαιρίες μάθησης, επειδή οι ενήλικες επικοινωνούν την πρόθεσή τους όταν τα διδάσκουν κάτι. Όταν οι ενήλικες κάνουν επαφή με τα μάτια, προσφωνούν το όνομα του και δείχνουν προς όφελος του, το μωρό ή το μικρό παιδί αντιλαμβάνεται ότι όλα αυτά είναι σήματα που δείχνουν ότι κάποιος τα διδάσκει και αυτή η συνειδητοποίηση μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο και το είδος των πραγμάτων που μαθαίνουν.

Γιατί σας τα αναλύω όλα αυτά; Στο παρελθόν, υπήρχε η διαδεδομένη πεποίθηση ότι τα παιδιά έχουν «συγκεκριμένη» στοχαστική αντίληψη και ότι δεν μπορούν να αντιληφθούν την αφαιρετική σκέψη ή τη συλλογιστική. Ως αποτέλεσμα, τόσο οι γονείς όσο και οι εκπαιδευτικοί επικεντρώνονταν σε απλές, περιγραφικές δραστηριότητες και έχαναν τρομερές ευκαιρίες μάθησης!

Μη χάσετε λοιπόν και εσείς την ευκαιρία, τώρα που διαβάσατε αυτό το κείμενο, αν έχετε μικρό παιδί να διερευνήσετε την αιτία και το αποτέλεσμα, τις θεωρίες των αριθμών και τη στατιστική πιθανότητα διαφόρων συμβάντων! Και σε κάθε περίπτωση θυμηθείτε: η ανάπτυξη της αόρατης μάθησης γίνεται καθημερινά ακόμα και όταν δεν το βλέπετε!

*Η Ζέτα Γάκη είναι νευροβιολόγος, MSc, εξειδικευμένη στην ανάπτυξη του παιδικού εγκεφάλου
www.paidikaianaptixi.gr
zetagaki@gmail.com