Γονείς: Οι 4 ερωτήσεις που κάνουμε κάθε μέρα στα παιδιά και φέρνουν… γκρίνια
Δημοσιεύθηκε στις
Οι ερωτήσεις που κάνουμε κάθε μέρα στα παιδιά και αυξάνουν την ένταση – Τι να λέμε αντί γι’ αυτές
Λίγες και απλές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο μιλάμε στα παιδιά μπορούν να μειώσουν τις καθημερινές εντάσεις και να κάνουν τη συνεννόηση στο σπίτι πολύ πιο εύκολη.
«Τι θέλεις να φας;», «Μπορείς να βάλεις τα παπούτσια σου;», «Γιατί το έκανες αυτό;», «Πόσες φορές πρέπει να σου το πω;». Μέσα σε μία μόνο ημέρα, οι γονείς κάνουν στα παιδιά τους δεκάδες ερωτήσεις. Και συνήθως το κάνουν με καλή πρόθεση: θέλουν να δείξουν ότι υπολογίζουν τη γνώμη τους, ότι τα ακούν και ότι επιθυμούν να συμμετέχουν ενεργά στην καθημερινότητα της οικογένειας.
Για πολλούς γονείς, μάλιστα, αυτός ο τρόπος επικοινωνίας αποτελεί συνειδητή επιλογή, καθώς προσπαθούν να απομακρυνθούν από το πιο αυστηρό μοντέλο με το οποίο μεγάλωσαν οι ίδιοι.
Οι ερωτήσεις, άλλωστε, έχουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των παιδιών. Ενισχύουν το λεξιλόγιο και την ανάπτυξη του λόγου, βοηθούν στην επίλυση προβλημάτων, μαθαίνουν στα παιδιά να συμμετέχουν στον διάλογο, να εκφράζουν σκέψεις και συναισθήματα και να αισθάνονται ότι η γνώμη τους έχει σημασία.
Ωστόσο, σύμφωνα με ειδικούς, υπάρχει ένα σημείο στο οποίο οι πολλές ερωτήσεις μπορεί να λειτουργήσουν αντίστροφα. Όταν ο γονιός δεν περιμένει πραγματικά απάντηση, αλλά χρησιμοποιεί μια ερώτηση για να εκφράσει αγανάκτηση ή να δώσει μια οδηγία, το μήνυμα γίνεται λιγότερο ξεκάθαρο.
Η Σίγκι Κόεν, ειδικός στην ανάπτυξη των παιδιών, εκπαιδευτικός και συγγραφέας, μιλώντας στο CNBC, επισημαίνει έναν απλό κανόνα που μπορεί να αλλάξει σημαντικά την καθημερινή επικοινωνία: να λέμε στα παιδιά αυτό που πραγματικά εννοούμε.
Όταν το «γιατί» δεν ζητά πραγματικά απάντηση
Υπάρχουν ερωτήσεις που το παιδί ουσιαστικά δεν μπορεί να απαντήσει. «Γιατί πρέπει να σου το λέω δέκα φορές;» είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Ο γονιός δεν περιμένει να ακούσει την αιτία για την οποία το παιδί δεν έχει φορέσει ακόμη τα παπούτσια του. Αυτό που εκφράζει στην πραγματικότητα είναι τον εκνευρισμό και την αγανάκτησή του επειδή η οδηγία δεν ακολουθήθηκε.
Το παιδί, όμως, μπορεί να ακούσει κυρίως την επίπληξη και να μείνει χωρίς σαφή εικόνα για το τι πρέπει να κάνει εκείνη τη στιγμή.
Μια πιο αποτελεσματική διατύπωση θα ήταν: «Σου το έχω επαναλάβει πολλές φορές. Ξέρω ότι αυτό είναι εκνευριστικό και για τους δυο μας. Τώρα είναι ώρα να βάλουμε τα παπούτσια μας και να φύγουμε».
Η ίδια λογική ισχύει και για το «Γιατί το κάνεις πάντα αυτό;». Αντί να οδηγήσει το παιδί σε άμυνα, ο γονιός μπορεί να περιγράψει αυτό που παρατηρεί: «Βλέπω ότι αυτό έχει γίνει ένα μοτίβο. Είναι κάτι που θα δουλέψουμε μαζί».
Η διαφορά μπορεί να φαίνεται μικρή, αλλά το αποτέλεσμα είναι διαφορετικό. Η πρώτη φράση μεταφέρει εκνευρισμό, ενώ η δεύτερη ανοίγει χώρο για συνεργασία και αναζήτηση λύσης.
Πριν μιλήσεις, ξεκαθάρισε τι θέλεις να πεις
Η Κόεν προτείνει στους γονείς, πριν αντιδράσουν, να κάνουν στον εαυτό τους μια απλή ερώτηση: «Τι προσπαθώ πραγματικά να πω;»
Αν ένα παιδί χτυπήσει τον αδελφό του, για παράδειγμα, το «Γιατί τον χτύπησες;» δεν είναι απαραίτητα ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση. Ο γονιός μπορεί να πει: «Δεν επιτρέπεται να χτυπάς τον αδελφό σου. Ακόμη κι όταν είσαι θυμωμένος, δεν χτυπάμε. Πώς μπορείς να του δείξεις διαφορετικά ότι είσαι θυμωμένος;»
Έτσι, το παιδί ακούει ξεκάθαρα ποιο είναι το όριο, αλλά ταυτόχρονα καλείται να σκεφτεί έναν διαφορετικό τρόπο για να εκφράσει τον θυμό του.
Το ίδιο μπορεί να γίνει και με την ακαταστασία. Αντί για το «Γιατί δεν έχεις μαζέψει τα παιχνίδια σου;», ο γονιός μπορεί να πει: «Βλέπω πολλά πράγματα που δεν είναι στη θέση τους. Ας τα μαζέψουμε μαζί».
Το μήνυμα γίνεται πιο συγκεκριμένο: το παιδί καταλαβαίνει τι πρέπει να αλλάξει και ταυτόχρονα αισθάνεται ότι ο γονιός είναι διαθέσιμος να το βοηθήσει.
Το «μπορείς;» που στην πραγματικότητα σημαίνει «τώρα»
Μία από τις πιο συνηθισμένες φράσεις στην καθημερινότητα είναι το «Μπορείς να βάλεις τα παπούτσια σου;». Την ώρα που η οικογένεια ετοιμάζεται να φύγει από το σπίτι, ακούγεται ευγενική και ήπια. Υπάρχει, όμως, ένα πρόβλημα: συνήθως δεν πρόκειται για πραγματική ερώτηση.
Το παιδί δεν έχει επιλογή να απαντήσει «ναι» ή «όχι». Τα παπούτσια πρέπει να μπουν και η οικογένεια πρέπει να φύγει. Όταν, λοιπόν, μια οδηγία διατυπώνεται ως ερώτηση, το παιδί μπορεί εύκολα να θεωρήσει ότι υπάρχει περιθώριο διαπραγμάτευσης.
Και κάπως έτσι, το «Μπορείς να βάλεις τα παπούτσια σου;» μπορεί να καταλήξει σε ένα «Όχι!» και σε μια συζήτηση που κανείς δεν είχε σκοπό να ξεκινήσει.
Η λύση δεν είναι να γίνουμε πιο αυστηροί, αλλά πιο σαφείς. Η ειδικός προτείνει σύντομες, ήρεμες φράσεις όπως:
«Παπούτσια, παρακαλώ. Φεύγουμε».
«Το φαγητό είναι έτοιμο. Πλύνε τα χέρια σου, παρακαλώ».
«Ήρθε η ώρα για ύπνο».
Με αυτόν τον τρόπο το παιδί γνωρίζει ακριβώς τι περιμένουμε από εκείνο. Η σαφήνεια μπορεί να μειώσει τη σύγχυση, τις διαπραγματεύσεις και τελικά τις εντάσεις, ενώ παράλληλα μπορεί να το κάνει να αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια μέσα στην καθημερινή ρουτίνα.
Δεν κόβουμε τις ερωτήσεις – τις χρησιμοποιούμε σωστά
Το ζητούμενο, φυσικά, δεν είναι να σταματήσουν οι γονείς να κάνουν ερωτήσεις στα παιδιά τους.
Ακριβώς το αντίθετο. Οι ερωτήσεις είναι πολύτιμο εργαλείο για την ανάπτυξή τους. Τα βοηθούν να σκεφτούν, να εκφράσουν συναισθήματα, να αναζητήσουν λύσεις, να μάθουν νέες λέξεις, να συμμετέχουν στον διάλογο και να αποκτήσουν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.
Η διαφορά βρίσκεται στο πότε και στο γιατί κάνουμε μια ερώτηση.
Όταν το παιδί έχει πραγματικά επιλογή, η ερώτηση του δίνει χώρο να αποφασίσει: «Θέλεις να φορέσεις το μπλε ή το πράσινο μπλουζάκι;». Όταν όμως η απόφαση έχει ήδη παρθεί και αυτό που χρειάζεται είναι μια ξεκάθαρη οδηγία, μια σύντομη φράση μπορεί να είναι πολύ πιο αποτελεσματική.
Τελικά, η αλλαγή δεν χρειάζεται να είναι μεγάλη. Μερικές φορές αρκεί να αφήσουμε στην άκρη μια ερώτηση που δεν περιμένει πραγματικά απάντηση και να πούμε ήρεμα αυτό που θέλουμε να γίνει. Γιατί η καλή επικοινωνία με τα παιδιά δεν σημαίνει ότι τους ζητάμε συνεχώς τη γνώμη τους· σημαίνει ότι τους μιλάμε με τρόπο που μπορούν να καταλάβουν, ενώ παράλληλα τους δείχνουμε ότι τα ακούμε και τα σεβόμαστε.









