«Είναι απαραίτητο να συζητήσουμε τη συγκατάθεση όταν 26 άντρες βιάζουν ένα 13χρονο κορίτσι;»

Δημοσιεύθηκε στις | Τελευταία Ενημέρωση

Ιατρικές εξετάσεις, κατ’ αντιπαράσταση εξέταση με τους βιαστές της, καμία πρόνοια για ψυχολογική υποστήριξη. Αυτό έζησε μία 14χρονη που κατήγγειλε 26 άνδρες για βιασμό. «Είναι απαραίτητο να συζητήσουμε τη συγκατάθεση όταν 26 άντρες βιάζουν ένα ανήλικο κορίτσι;» υπήρξε το αφοπλιστικό ερώτημα.

H 14χρονη βρέθηκε, όμως, μετά την καταγγελία να είναι για δεύτερη φορά θύμα στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας. Βίωσε  εξευτελιστική μεταχείριση από τους κατηγορούμενους, αλλά κυρίως από τις δικαστικές αρχές, που ούτε λίγο, ούτε πολύ έφτασαν στο σημείο να κάνουν λόγο για «συναίνεση» στις αποτρόπαιες πράξεις.


Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) ήρθε να ανατρέψει την απόφαση των αρχών, αν και είχε ζήσει ήδη την θυματοποίησή της για δεύτερη φορά. Σε μία απόφασή του – καταπέλτη το ΕΔΔΑ καταγγέλλει τις εθνικές αρχές στις οποίες μάλιστα επέβαλε πρόστιμο 25.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 3.000 ευρώ για δαπάνες και έξοδα.

Σχολιάζοντας τη συναίνεση του θύματος, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι, στην πράξη, αποδίδεται ισοδύναμο βάρος στη συναίνεση ενός παιδιού ηλικίας κάτω των 15 ετών με εκείνου ενός ενήλικα και δεν επιτρέπονταν σε περιστάσεις στο πλαίσιο μιας υπόθεσης που περιλαμβάνει σεξουαλική εκμετάλλευση και κακοποίηση.

«Η συμπεριφορά των εθνικών αρχών ήταν ασυμβίβαστη με την υποχρέωση προστασίας ενός παιδιού που ήταν θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης και κακοποίησης» επισημαίνεται. «Είναι απαραίτητο να συζητήσουμε τη συγκατάθεση όταν 26 άντρες βιάζουν ένα 13χρονο κορίτσι;» ρώτησε η Nilgün Yurdalan, ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των γυναικών στην Τουρκία όπου έλαβε χώρα το περιστατικό.

«Πιστεύουμε ότι η ίδια η κυβέρνηση έχει διαπράξει σοβαρό έγκλημα. Αυτό δεν αφορά μόνο τους πέντε δικαστές, αλλά τους νόμους αυτής της χώρας, τη νοοτροπία της κυβέρνησης και την άποψή τους για τις γυναίκες», είπε.

Το ιστορικό της υπόθεσης

Η προσφεύγουσα N.Ç. είναι υπήκοος Τουρκίας, γεννήθηκε στις 2 Ιανουαρίου 1990 και ζει στην Κωνσταντινούπολη. Τον Ιούλιο του 2002 δύο γυναίκες την ανάγκασαν να εργαστεί ως πόρνη μαζί τους. Στις 8 Ιανουαρίου 2003 η προσφεύγουσα υπέβαλε μήνυση και στις δύο γυναίκες και στους άνδρες με τους οποίους ήρθε σε σεξουαλική επαφή. Ο Εισαγγελέας του Mardin διέταξε προκαταρκτική εξέταση. Η αστυνομία ταυτοποίησε τους 28 υπόπτους μεταξύ των οποίων ήταν δάσκαλοι, καθηγητές, δημόσιοι υπάλληλοι, άνδρες μεγάλης ηλικίας και ένας δήμαρχος. Η ανήλικη υποβλήθηκε σε αρκετές ιατρικές εξετάσεις.

Μεταξύ 14 και 21 Ιανουαρίου του ίδιου έτους, 27 ύποπτοι τέθηκαν σε προσωρινή κράτηση. Στις 20 Ιανουαρίου 2003 ο εισαγγελέας συνέταξε κατηγορητήριο εναντίον 28 ατόμων για κατηγορίες βιασμού κοριτσιού ηλικίας κάτω των 15 ετών, αρπαγή για εκπλήρωση σεξουαλικών επιθυμιών, υποκίνησης σε πορνεία και συμμετοχής σε αρπαγή.

Στις 24 Φεβρουαρίου 2003 ξεκίνησε η διαδικασία εκδίκασης της υπόθεσης στο Κακουργιοδικείο Κωνσταντινούπολης.  Δεδομένης της ευαίσθητης φύσης της υπόθεσης, η διαδικασία διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών.

Την ίδια ημέρα οι συγγενείς ορισμένων κατηγορουμένων επιτέθηκαν στην προσφεύγουσα και στους συνηγόρους της και τους προπηλάκισαν. Οι συνήγοροι ζήτησαν μέτρα προστασίας αλλά δεν τους δόθηκε απάντηση στο αίτημά τους.

Στις 14 Μαΐου 2003, το Ποινικό Δικαστήριο απέρριψε νέο αίτημα των συνηγόρων της προσφεύγουσας, που είχαν ζητήσει να μεταφερθεί η δίκη σε άλλο χώρο για λόγους ασφαλείας. Με πλειοψηφία δε, αποφάσισε να αποφυλακίσει 16 κατηγορούμενους. Στις 15 Μαΐου και 26 Ιουνίου 2003 αποφυλακίστηκαν και οι εναπομείναντες κατηγορούμενοι.

Στις 28 Σεπτεμβρίου 2010 το Ποινικό Δικαστήριο απάλλαξε τρεις κατηγορούμενους που κατηγορούνταν για βιασμό ανηλίκου, λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων.  Οι δύο γυναίκες που εξέδιδαν το κορίτσι – γνωστό μόνο ως NÇ – καταδικάστηκαν σε 9 χρόνια κάθειρξης, επειδή είχαν «ανήθικη ζωή», αλλά οι 26 άνδρες που βίασαν την ανήλικη και την κακοποίησαν σεξουαλικά, καταδικάσθηκαν με επιείκεια σε ποινές από 1 έως 6 χρόνια με την αιτιολογία ότι υπήρχε συναίνεσή της.

Τι αποφάνθηκε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο

Στα βασικά σημεία της απόφασης του ΕΔΔΑ αναφέρεται χαρακτηριστικά:

– η προσφεύγουσα δεν είχε βοήθεια από κάποιο άτομο της πρόνοιας, ψυχολόγο ή οποιοδήποτε είδος ειδικού, είτε στην αστυνομία είτε στον εισαγγελέα ή κατά τη διάρκεια των ακροάσεων του Κακουργιοδικείου.

– δεν είχαν ληφθεί μέτρα για να είναι χωριστά η προσφεύγουσα από τους κατηγορούμενους στις ακροάσεις ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Σε αρκετές ακροάσεις είχε τοποθετηθεί απέναντι από τους κατηγορούμενους που ήταν υποχρεωμένοι να εξηγήσουν λεπτομερώς την κακοποίηση και τους βιασμούς. Δεν υπήρχε ένδειξη στο φάκελο της υπόθεσης ότι είχε ζητήσει αυτή την αντιπαράθεση ή ότι ήταν απαραίτητη για μια επαρκή και αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης.

– οι αρχές δεν είχαν πραγματοποιήσει σωστή εξισορρόπηση και είχαν αποτύχει να προστατεύσουν την προσφεύγουσα από τους κατηγορούμενους σε αυτήν τη σοβαρή υπόθεση πορνείας και σεξουαλικής κακοποίησης κατά παιδιού ηλικίας κάτω των 15 ετών.

-δεν υπήρχε επίσης τίποτα στη δικογραφία που να εξηγεί γιατί η αναπαράσταση των γεγονότων για να προσδιοριστούν οι θέσεις στις οποίες είχαν γίνει οι σεξουαλικές πράξεις ήταν απαραίτητη για να αποδειχθούν τα γεγονότα ή ο χαρακτηρισμός τους από το νόμο. Αυτές οι ακροάσεις ήταν εξαιρετικά τραυματικές για την προσφεύγουσα, και απλά έγιναν κεκλεισμένων των θυρών.

– η προσφεύγουσα είχε εξεταστεί δέκα φορές κατόπιν αιτήματος των δικαστικών αρχών και αυτός ο υπερβολικός και ανεξήγητος αριθμός ιατρικών εξετάσεων, πολλές από αυτές εξαιρετικά ενοχλητικές, αντιπροσώπευαν απαράδεκτες παρεμβάσεις στη σωματική και ψυχολογική ακεραιότητα του θύματος.

Μία διαδικασία 11 ετών

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η ποινική διαδικασία διήρκεσε περίπου 11 χρόνια και ότι η υπόθεση είχε εξεταστεί τέσσερις φορές σε δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Σημείωσε επίσης ότι ο ανεξήγητος μεγάλος αριθμός ιατρικών εξετάσεων είχε προκαλέσει σημαντικές καθυστερήσεις στη διαδικασία.

«Υπήρξε μια ανεξήγητη περίοδος αδράνειας μεταξύ του Ιουλίου 2005 και Ιουνίου 2010, και δεν είχε δοθεί καμία εξήγηση για το χρονικό διάστημα αυτό στο οποίο η υπόθεση εκκρεμούσε ενώπιον του Ακυρωτικού Δικαστηρίου. Τέλος, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι το αδίκημα της αρπαγής για όλους τους κατηγορούμενους και αυτό της υποκίνησης σε πορνεία για έναν από αυτούς, είχαν παραγραφεί. Το δικαστήριο επομένως, έκρινε ότι η συμπεριφορά των δικαστικών αρχών ήταν απολύτως ασυμβίβαστη στην επιμέλεια που όφειλαν στην παρούσα υπόθεση, η οποία απαιτούσε ιδιαίτερη προσοχή και απόλυτη προτεραιότητα προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία ενός παιδιού» υπογραμμίζεται.

Απο το dikastiko.gr