Δεν συγκεντρώνεται το παιδί; 7 μικρές αλλαγές που κάνουν τη διαφορά
Δημοσιεύθηκε στις | Τελευταία Ενημέρωση
«Τέλειωσες τα μαθήματά σου;» Μια ερώτηση που ακούγεται σχεδόν καθημερινά στα σπίτια, συνήθως με την ίδια απάντηση: «Τώρα, τελειώνω». Κι όμως, μπορεί εκείνη τη στιγμή το παιδί να μην έχει καν ξεκινήσει. Όχι επειδή βαριέται ή δεν θέλει, αλλά επειδή δυσκολεύεται πραγματικά να συγκεντρωθεί.
Ξαφνικά εμφανίζεται ένας ολόκληρος κατάλογος από «σοβαρούς» λόγους για να σηκωθεί από το γραφείο: πονάει το χέρι του, πονάει το κεφάλι του, πεινάει ή σκέφτεται τα γενέθλιά του που μπορεί να είναι ακόμη και έξι μήνες μακριά. Για ένα παιδί, όμως, όλα αυτά μπορεί να είναι απλώς τρόποι να ξεφύγει από μια δραστηριότητα στην οποία δυσκολεύεται να παραμείνει προσηλωμένο.
Και εδώ φαίνεται πως ο ρόλος των γονιών είναι μεγαλύτερος απ’ όσο ίσως φανταζόμαστε. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η συγκέντρωση δεν εξαρτάται μόνο από τον χαρακτήρα του παιδιού. Καλλιεργείται μέσα από την καθημερινότητα και μπορεί να ενισχυθεί όταν το παιδί αισθάνεται ασφάλεια, ηρεμία και ουσιαστική σύνδεση με τους ανθρώπους και το περιβάλλον γύρω του. Βασική προϋπόθεση, βέβαια, είναι να μην υπάρχουν νευροαναπτυξιακές δυσκολίες, όπως η ΔΕΠΥ.
Τι δυσκολεύει τη συγκέντρωση
Όπως αναφέρει το αμερικανικό δίκτυο CNBC, ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν την ικανότητα συγκέντρωσης είναι η έλλειψη κίνησης. Τα παιδιά προηγούμενων γενεών περνούσαν περισσότερο χρόνο έξω, έτρεχαν, έπαιζαν και κινούνταν. Σήμερα, για πολλά παιδιά η καθημερινότητα είναι περισσότερο συνδεδεμένη με το σπίτι και τις οθόνες, με αποτέλεσμα η φυσική δραστηριότητα να έχει περιοριστεί.
Την ίδια στιγμή, κινητά και τάμπλετ έχουν γίνει η εύκολη λύση για την απασχόληση των παιδιών. Η συνεχής εναλλαγή εικόνων και ερεθισμάτων μπορεί να τα συνηθίζει σε έναν γρήγορο ρυθμό, με αποτέλεσμα να δυσκολεύονται περισσότερο να παραμείνουν για αρκετή ώρα σε μία μόνο δραστηριότητα.
Το ίδιο μοτίβο, άλλωστε, βλέπουν καθημερινά και από τους μεγάλους. Οι γονείς συχνά ελέγχουν το κινητό τους, κάνουν πολλά πράγματα ταυτόχρονα ή απαντούν στα παιδιά χωρίς να τα κοιτούν πραγματικά. Για ένα παιδί, αυτή η συμπεριφορά γίνεται εύκολα κάτι φυσιολογικό.
Σημαντικό ρόλο έχει και ο ύπνος. Το φορτωμένο πρόγραμμα και η χρήση οθονών μέχρι αργά το βράδυ περιορίζουν τον χρόνο ξεκούρασης. Ένα παιδί που δεν κοιμάται και δεν ξεκουράζεται αρκετά είναι αναμενόμενο να δυσκολεύεται περισσότερο να συγκεντρωθεί μέσα στην ημέρα.
Η προσοχή που χρειάζεται πραγματικά ένα παιδί
Μερικές φορές η λύση δεν βρίσκεται σε περισσότερες οδηγίες, αλλά σε περισσότερη παρουσία. Όταν γονείς και παιδιά βρίσκονται μαζί, είναι σημαντικό τα κινητά και οι υπόλοιποι περισπασμοί να μπαίνουν στην άκρη. Η αμέριστη προσοχή του γονιού βοηθά το παιδί να αισθανθεί ότι έχει χώρο και χρόνο για να ασχοληθεί με αυτό που κάνει.
Εξίσου σημαντικό είναι να μην διακόπτουμε διαρκώς μια δραστηριότητα. Όταν ένα παιδί έχει τη δυνατότητα να ολοκληρώσει αυτό που ξεκίνησε χωρίς συνεχείς παρεμβολές, είναι πιο εύκολο να παραμείνει συγκεντρωμένο.
Παράλληλα, χρειάζεται να ακούμε και να αναγνωρίζουμε τα συναισθήματά του. Αν αγχώνεται, προβληματίζεται ή θυμώνει με τον εαυτό του επειδή κάτι δεν του βγαίνει, δεν βοηθά να του πούμε απλώς «μην κάνεις έτσι». Η αποδοχή όσων νιώθει δημιουργεί ένα πιο ασφαλές περιβάλλον, μέσα στο οποίο μπορεί να ηρεμήσει και να επιστρέψει ευκολότερα σε αυτό που έκανε.
Μια μικρή αλλαγή στον τρόπο που μιλάμε
Ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο δίνουμε οδηγίες μπορεί να κάνει διαφορά. Αντί να λέμε στο παιδί τι να μην κάνει, μπορούμε να του δείχνουμε καθαρά τι θέλουμε να κάνει.
Έτσι, το «Σταμάτα να τρέχεις» μπορεί να γίνει «Περπατάμε, σε παρακαλώ». Το «Μην αγγίζεις» μπορεί να αντικατασταθεί από το «Κρατάμε τα χέρια μας κοντά στο σώμα μας», ενώ αντί για «Σταμάτα να φωνάζεις», μπορούμε να πούμε «Μιλάμε χαμηλόφωνα».
Με αυτόν τον τρόπο, το παιδί δεν χρειάζεται να επεξεργαστεί μόνο αυτό που πρέπει να αποφύγει. Ακούει μια συγκεκριμένη και ξεκάθαρη οδηγία για το τι πρέπει να κάνει. Παράλληλα, το κλίμα στο σπίτι παραμένει πιο ήρεμο και μειώνονται οι πιθανότητες να οδηγηθεί η κατάσταση σε ένταση.
«Ήρθε η ώρα να…» αντί για ατελείωτες ερωτήσεις
Τα παιδιά αισθάνονται μεγαλύτερη ασφάλεια όταν γνωρίζουν τι περιμένουμε από αυτά. Γι’ αυτό, σε πολλές καθημερινές στιγμές είναι προτιμότερο να χρησιμοποιούμε μια ξεκάθαρη φράση αντί για μια ερώτηση στην οποία στην πραγματικότητα δεν υπάρχει επιλογή.
Όταν πρέπει να φύγουμε από το σπίτι, αντί για «Θα βάλεις τα παπούτσια σου;», μπορούμε να πούμε «Ήρθε η ώρα να βάλεις τα παπούτσια σου». Μετά το παιχνίδι, αντί για «Γιατί δεν μάζεψες τα παιχνίδια σου;», μπορούμε να πούμε «Ήρθε η ώρα να μαζέψεις τα παιχνίδια σου».
Οι ερωτήσεις είναι πιο χρήσιμες όταν το παιδί έχει πραγματικά τη δυνατότητα να επιλέξει. Για παράδειγμα, «Θέλεις να φορέσεις το μπλε ή το κόκκινο μπλουζάκι;». Έτσι, η επιλογή είναι πραγματική και το παιδί αισθάνεται ότι συμμετέχει στη διαδικασία.
Μερικές φορές αρκεί ένα άγγιγμα
Όταν βλέπουμε ότι ένα παιδί δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί, δεν χρειάζεται πάντα να του μιλάμε από το διπλανό δωμάτιο. Μπορούμε απλώς να πλησιάσουμε. Ένα απαλό άγγιγμα στον ώμο ή το κράτημα του χεριού μπορεί να λειτουργήσει καθησυχαστικά.
Η σωματική επαφή δημιουργεί μια μικρή γέφυρα ανάμεσα στον γονιό και το παιδί και μεταφέρει ένα απλό μήνυμα: «Είμαι εδώ, όλα είναι εντάξει». Αυτή η αίσθηση ασφάλειας μπορεί να βοηθήσει το παιδί να ηρεμήσει και να επιστρέψει σε αυτό που έκανε.
Όταν ο γονιός ηρεμεί, ηρεμεί και το παιδί
Και ίσως αυτό είναι το πιο δύσκολο αλλά και το πιο σημαντικό κομμάτι. Τα παιδιά παρατηρούν πολύ περισσότερο τη δική μας συμπεριφορά απ’ όσο νομίζουμε. Αν ο γονιός είναι συνεχώς αγχωμένος, βιαστικός ή νευρικός, το παιδί συχνά απορροφά αυτή την ένταση.
Η δική μας συναισθηματική κατάσταση μπορεί να επηρεάσει και τη δική του ικανότητα να συγκεντρωθεί. Γι’ αυτό, η προσπάθεια για ένα πιο ήρεμο παιδί περνά σε μεγάλο βαθμό και από τον ίδιο τον ενήλικα.
Δεν χρειάζονται πάντα μεγάλες αλλαγές. Λίγη περισσότερη κίνηση μέσα στην ημέρα, λιγότερες οθόνες, καλύτερος ύπνος, ουσιαστική παρουσία, ξεκάθαρες οδηγίες και περισσότερη ψυχραιμία μπορούν να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο το παιδί θα νιώθει ασφαλές και θα μπορεί σταδιακά να εστιάζει καλύτερα.









