SEARCH

Το άγχος του «φάε παιδί μου» στη ζωή της μαμάς

Της Τζίνας Γαβαλά,
Δημοσιογράφος

 

Πριν 3 μέρες ήταν η Καθαρή Δευτέρα, τελευταία μέρα της Αποκριάς και πρώτη της Σαρακοστής. Για μένα προσωπικά από πολύ μικρή αυτή η μέρα σήμαινε το πιο νόστιμο γεύμα του χρόνου! Τρελαινόμουν πάντα για την ταραμοσαλάτα της μαμάς μου με πολλά κομμάτια λαγάνας, τις πολλές διαφορετικές εκδοχές πιάτων με γαρίδες, καλαμαράκια, μύδια και χταπόδι, ντολμαδάκια και γίγαντες. Τώρα πια, μαζί με τα αγόρια μου περνάμε την συγκεκριμένη μέρα κυρίως ως Αργία αφού είμαστε όλη μέρα μαζί, και σε δεύτερο στάδιο προσπαθώ να κάνω διατροφική διαπαιδαγώγηση, αφού τα θαλασσινά δεν είναι και η αγαπημένη τους επιλογή φαγητού..

Με αφορμή, λοιπόν, τη διαδρομή που διένυα από πίσω τους με το πιάτο με τις γαριδούλες, τα καλαμαράκια και τις πολύ – πολύ μικρές μπουκίτσες από το μαλακό χταπόδι, με το χέρι μου να τεντώνεται προκειμένου να συναντήσει το στόμα τους ελαφρά ανοιχτό ώστε να προσγειωθεί η πιρουνιά στο επιθυμητό έδαφος με την ευχή να μην το φτύσουν, μου ήρθαν πολύ ζωντανές μνήμες από τις προσπάθειες που κατά καιρούς έχω καταβάλει προκειμένου να φάνε τα παιδιά μου, τις αγωνίες όταν δεν έτρωγαν τίποτα αλλά και την χαρά όταν τελείωναν το πιάτο τους.

Μα πόση χαρά μπορεί να χωρέσει στην καρδιά μιας μαμάς, όταν το παιδί της φάει όλο του το φαγητό! Πόσο αστείο φαίνεται από μακριά αλλά πόσο αληθινό και πόσο οικείο για όλες μας! Αυτό το «φάε παιδί μου», πόσο κλασική και αγαπημένη ατάκα!

Η δική μου ιστορία στον δρόμο με τις… φτυσμένες μπουκιές ξεκίνησε όταν γεννήθηκε ο δεύτερος γιος μου. Μέχρι τότε, ο Γιάννης μου, 18 μηνών όταν υποδέχτηκε τον μικρό μας άγγελο, ήταν το πιο εύκολο παιδί του κόσμου με το φαγητό. Έφαγε σχεδόν τα πάντα, όταν έφτασε η ώρα του κάθε φαγητού, έτρωγε με όρεξη από την χορτόσουπα μέχρι την ψαρόσουπα, λάτρευε τα φρούτα, γενικά ήταν στο κομμάτι του φαγητού ιδανική περίπτωση μωρού. Όταν όμως ήρθε ο Γιωργάκης μας, ο Γιάννης σταμάτησε να τρώει. Απλά το έραψε. Ήθελε μόνο ψωμί. Που δεν έτρωγε ποτέ πριν. Το γάλα του ευτυχώς το έπινε κανονικά πρωί και βράδυ αλλά από εκεί και πέρα τίποτα. Και τι δεν έκανα για να τον προσελκύσω. Μια ώρα από πίσω του με το φαγητό, παρακάλια για μια μπουκιά «για τη μαμά», αεροπλανάκια με το πιρούνι να είναι πολεμικό αεροπλάνο, σόου με τον μπαμπά ότι θα του φάει το φαγητό του εκείνος, σόου με τους σουπερήρωες σε σειρά να κάνω ότι τους ταΐζω και έτσι γίνονται δυνατοί, σόου ότι δεν με νοιάζει καθόλου και καλά αν θα φάει ή όχι, σόου ότι παίρνω τον γιατρό τηλέφωνο και μου λέει ότι πρέπει οπωσδήποτε να φάει γιατί θα ψηλώσει και θα κάνει μπράτσα, τέχνη πάνω στο πιάτο του κάθε μεσημέρι με πρόσωπα, τοπία, ουράνια τόξα, ότι μπορούσα, προκειμένου να φάει μια μύτη, έναν κορμό, έστω μια μπουκιά! Τίποτα!

Το μόνο που δεν έκανα, ύστερα και από συζήτηση με παιδίατρο και ψυχολόγο, ήταν να τον πιέσω λέγοντας ότι δεν θα φάει τίποτα άλλο αν δεν φάει το φαγητό του ή να του βάλω αντί για γάλα το φαγητό του ή να του κλείνω τη μύτη για να ανοίξει το στόμα του και όλα αυτά.

Δεν ταίριαζε ούτε στον χαρακτήρα μου, οπότε να μπορώ να το υποστηρίξω, ούτε στην οπτική μου για το αν με αυτόν τον τρόπο θα περάσει μέσα του η διαδικασία του φαγητού σαν κάτι καταναγκαστικό και καθόλου ως απόλαυση και δεν ήθελα επίσης με τίποτα να τον πιέσω αφού ξεκάθαρα είχε σοκαριστεί από την έλευση του μωρού στο σπίτι, το οποίο έπρεπε και να δεχτεί αλλά και να αγαπήσει.

Έξι ολόκληρους μήνες μαγείρευα κανονικά κάθε μέρα, έξι ολόκληρους μήνες αρνιόταν πεισματικά να φάει, έξι ολόκληρους μήνες αγχωνόμουν για την υγεία του και για το αν αυτό θα συνεχιστεί επ’ άπειρον, έξι ολόκληρους μήνες έψηνα ψωμί στο σπίτι στο οποίο έβαζα ότι μπορούσα από λαχανικά και πρωτείνη, τόσο όσο να μην το παίρνει χαμπάρι, και έξι ολόκληρους μήνες έτρωγα χυλόπιτα κάθε μέρα.

Και σαν από θαύμα, έτσι ξαφνικά, με το μωρό μας έξι μηνών να είναι δίπλα του στο καρότσι και να παίζει με μια κουδουνίστρα, ο Γιάννης έφαγε. Άνοιξε το στόμα με όρεξη και έφαγε παστίτσιο. Το μάσησε και το κατάπιε σαν να μην είχαν μεσολαβήσει περίπου 180 μέρες αφαγίας, σαν να είχε απλά περάσει μια μέρα από την τελευταία φορά που έφαγε κανονικό γεύμα. Εγώ κοιτούσα αποσβολωμένη προσπαθώντας να μην το δείξω, προσπαθώντας να μην ουρλιάξω από χαρά ούτε να κλάψω από συγκίνηση. Του έδινα τη μια μπουκιά μετά την άλλη με μια ανάσα νομίζω μπας και σταματήσει ξαφνικά και θυμηθεί ότι είμαστε εδώ και μήνες σε mode αφαγίας.

Και όμως, δεν σταμάτησε, το έφαγε όλο. Ήμουν τρισευτυχισμένη και ένιωθα και την απόλυτη δικαίωση που έκανα υπομονή. Μαγική λέξη και αρετή η υπομονή. Και από τότε, που μόλις ξεκινούσε σιγά – σιγά η διαδικασία εισαγωγής τροφών στο διαιτολόγιο του μικρού, μέχρι σήμερα η υπομονή είναι αυτό που κάνω μαζί του. Έχουμε περάσει πολλές φάσεις με φαγητά που απλά τα φτύνει, μπουκιές που αντί να τις καταπιεί τις κάνει τσίχλα και τις ακουμπάει με ιδιαίτερη χάρη στο πιάτο του, ατάκες όπως «δεν μου αρέσει αυτό το φαγητό» αλλά αντίστοιχα και επιφωνήματα επιβράβευσης όταν κάτι του αρέσει πολύ. Γενικά το ταξίδι του Γιώργου μου στις γειτονιές των γεύσεων είναι περιπετειώδες, απρόβλεπτο και ιδιαίτερα ενδιαφέρον, τόσο για την προσπάθεια που καταβάλλω κάθε φορά προκειμένου να καταφέρω να φτιάξω κάτι που θα είναι και υγιεινό αλλά θα του αρέσει κιόλας, όσο και για το πώς βλέπω να ξεδιπλώνεται η προσωπικότητα του, να γίνεται δίκαιος και ειλικρινής και να προσπαθεί να πάρει μικρές «νίκες» κάθε μέρα στο τι θα φάει, αν θα του περάσει και όλα αυτά που κάθε παιδί κάνει περισσότερο ή λιγότερα αισθητά. Είναι μαγικά όλα αυτά που βλέπεις στα παιδιά σου κάθε μέρα, με κάθε μικρή αφορμή, σε κάθε περισσότερο ή λιγότερο σοβαρό θέμα που προκύπτει στη ζωή τους.

 

Έχω συζητήσει πολλές φορές με άλλες μαμάδες για το θέμα του φαγητού. Είναι πολύ hot topic γενικά. Μανούλες που αγχώνονται και δεν κουράζονται ποτέ να κυνηγούν τα παιδιά τους με το πιάτο από πίσω ή να τα παρακαλάνε προκειμένου να φάνε. Μανούλες που ανησυχούν. Μανούλες που έχουν κουραστεί να μιλούν με τον παιδίατρο. Μανούλες που ευχαριστούν το Θεό που τα παιδιά τους τρώνε τα πάντα. Μανούλες που μέσα τους όμως ξέρουν ότι κάνουν το καλύτερο για τα παιδιά τους και πως τελικά, όλα θα πάνε καλά. Το μυστικό, αν υπάρχει, τουλάχιστον από την δική μου προσωπική εμπειρία, είναι να είσαι ήρεμη, γιατί αυτή η ηρεμία περνάει στα παιδιά. Αν νιώσουν ότι η διαδικασία του φαγητού προκαλεί άγχος στη μαμά, νιώθουν και τα ίδια άγχος και έτσι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο αυτό το άγχος αποτυπώνεται στις αντιδράσεις τους. Εγώ έκανα την ίδια ψυχαναγκαστική διαδικασία κάθε μέρα. Μαγείρευα, δεν έτρωγε, αγχωνόμουν. Όταν σταμάτησα να ασχολούμαι, όταν δέχτηκα ότι θα έρθει μια μέρα που όλα θα περάσουν και θα γίνει το πολυπόθητο «κλικ», τότε έτσι απλά ήρθε. Και έτσι γίνεται σε όλα στη ζωή. Αρκεί να χαλαρώσεις, και όλες οι απαντήσεις σου έρχονται στο πιάτο. Κυριολεκτικά και μεταφορικά…