Τέλος στο άγχος της ζυγαριάς: Γιατί τελικά πολύ λιγότερα παιδιά θεωρούνται παχύσαρκα

Δημοσιεύθηκε στις | Τελευταία Ενημέρωση

Αγχώνεστε κάθε φορά που ο παιδίατρος μελετά τις καμπύλες ανάπτυξης και τον Δείκτη Μάζας Σώματος του παιδιού σας; Ήρθε η ώρα να πάρετε μια βαθιά ανάσα. Μια νέα διεθνής επιστημονική προσέγγιση ανατρέπει τα δεδομένα για την παιδική παχυσαρκία, αφήνοντας στην άκρη την αυστηρή λογική της ζυγαριάς. Πλέον, το επίκεντρο μετατοπίζεται στην πραγματική υγεία, την ενέργεια και τη δραστηριότητα των παιδιών στην καθημερινότητά τους. Το πιο ελπιδοφόρο συμπέρασμα; Με αυτά τα νέα, ουσιαστικά κριτήρια, τα παιδιά που αντιμετωπίζουν πραγματικό πρόβλημα είναι τελικά πολύ λιγότερα από όσα πιστεύαμε.

Ειδικότερα, ένας νέος παγκόσμιος ορισμός της κλινικής παχυσαρκίας για τα παιδιά, τον οποίο έχει διατυπώσει επιτροπή του Lancet, δεν περιορίζεται στον δείκτη μάζας σώματος, αλλά εξετάζει το κατά πόσο το υπερβολικό σωματικό λίπος συνοδεύεται από συμπτώματα προβλημάτων υγείας ή από περιορισμούς στις καθημερινές δραστηριότητες. Έρευνα αξιολογεί αυτό τον νέο ορισμό και εντοπίζει ότι πολύ λιγότερα παιδιά χαρακτηρίζονται ως παχύσαρκα, αν και αντίθετα ο αριθμός των ενηλίκων αυξάνεται.


Η μελέτη, με επικεφαλής το Murdoch Children's Research Institute (MCRI), περιλαμβάνει στοιχεία από έντεκα μελέτες και βάσεις δεδομένων με 786.557 συμμετέχοντες στην Αυστραλία, τον Καναδά, την Εσθονία, τη Φινλανδία, την Ολλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ. Πρόκειται για την πρώτη έρευνα που εξετάζει τη συχνότητα εμφάνισης της κλινικής παχυσαρκίας από την πρώιμη παιδική ηλικία έως και την τρίτη ηλικία.

Η διεθνής ερευνητική ομάδα διαπίστωσε ότι η κλινική παχυσαρκία ήταν λιγότερο συχνή από την παχυσαρκία που ορίζεται με βάση τον δείκτη μάζας σώματος στην παιδική ηλικία και την πρώιμη ενήλικη ζωή. Ωστόσο, η συχνότητά της γινόταν όλο και πιο συχνή όσο αυξανόταν η ηλικία, επηρεάζοντας περισσότερους από τους μισούς ανθρώπους ηλικίας 65 έως 74 ετών.

Συγκεκριμένα, η έρευνα η οποία δημοσιεύθηκε στο «eClinicalMedicine», διαπίστωσε ότι η κλινική παχυσαρκία αφορούσε μόλις το 2,1% έως 4,9% των παιδιών και των εφήβων, έναντι 7% έως 10,8% που χαρακτηρίζονταν παχύσαρκοι με βάση τα κριτήρια του δείκτη μάζας σώματος. Αντίθετα, η συχνότητα της κλινικής παχυσαρκίας αυξανόταν σε όλη την ενήλικη ζωή, ξεπερνώντας την παχυσαρκία που ορίζεται με βάση τον δείκτη μάζας σώματος από την ηλικία των 55-64 ετών και μετά. Το υψηλότερο ποσοστό (52%) καταγράφηκε στους ανθρώπους ηλικίας 65-74 ετών.

Η κλινική παχυσαρκία ήταν επίσης συχνότερη στους άνδρες κατά την πρώιμη και μέση ενήλικη ζωή, ενώ στις γυναίκες καταγράφηκαν υψηλότερα ποσοστά σε μεγαλύτερες ηλικίες.

Η δρ Ντανιέλ Λόνγκμορ από την ερευνητική ομάδα Inflammatory Origins του MCRI σημειώνει ότι τα ευρήματα δείχνουν πως, παρότι ο δείκτης μάζας σώματος είναι χρήσιμος για την καταγραφή της παχυσαρκίας σε επίπεδο πληθυσμού και χωρών, δεν αποτυπώνει ολόκληρη την εικόνα της υγείας ενός ανθρώπου.