SEARCH

Μικρές καθημερινές υστερίες

Όταν πρωτομίλησα με τη Ζωή Κρονάκη στο τηλέφωνο, κατάλαβα αμέσως ότι η συνάντησή μας «θα έγραφε» μέσα μου. Όταν πια ειδωθήκαμε το ένστικτό μου βγήκε αληθινό. Μέσα σε μια ώρα, νιώσαμε σαν να γνωριζόμασταν χρόνια (και όντως είχαμε γνωριστεί για μια συνέντευξη παλιότερα) συμφωνήσαμε να γράφω για το πολύ διαφορετικό για μένα site της –και είμαι αυστηρή πιστέψτε- να κάνουμε μαζί πολλά για το givethekids, να σχεδιάσουμε άλλα τόσα για άλλα πράγματα, να δημιουργήσουμε πολλά ακόμα  που θέλουμε εμείς σαν μαμάδες για τις μαμάδες, να αλλάξουμε τον κόσμο!

 Μέχρι να φτάσουμε εκεί, μου δίνει πολλή χαρά να γράφω για σας, εδώ στο all4mama, και να σας χαρίζω κάθε γραμμή μου, κάθε μου λέξη, σαν να σας ξέρω όλες.

 Κάτι που κάνει με πολλή αγάπη και η Ζωή, για όλες τις μαμάδες και με αφοσίωση που είναι αληθινή και τη ζηλεύω ιδιαίτερα.

Ελπίζω να «συνδεθούμε» μέσα από τη στήλη αυτή, τις Μικρές Καθημερινές Υστερίες και να σας δείξω με τα μάτια μου όσα νιώθω ότι κάνουν αυτή τη ζωή υπέροχη.

Ζωή, σε ευχαριστώ και εσάς όλες προκαταβολικά. Σας φιλώ. Χριστίνα.

 

 


                                                  Μικρές καθημερινές υστερίες

από τη Χριστίνα Κοπανά

Σκυλίσια μέρα

Όταν πια γύρισε σπίτι, ήταν τόσο ξεθεωμένη που σκέφτηκε να βγάλει το τσιμπιδάκι για τα φρύδια και να βραχυκυκλώσει το ασανσέρ. Για λίγο. Για ένα 5λεπτο και μετά να το επαναφέρει. Να μείνει μέσα στο κλειστοφοβικό για άλλους, βολικό για κείνη ανελκυστήρα. Για να πάρει μια ανάσα. Να μαζευτεί και να μαζέψει τα κομμάτια της. Να ξεχάσει την κουραστική δουλειά της στο κουρείο μικρών ζώων. Και έτσι, σαν να μην έχει καταπιεί ένα κάρο τρίχες, που της φράζουν τον οισοφάγο, να μπει στο σπίτι της χαλαρή και ήρεμη. Σαν να γυρνάει από την εξοχή και όχι από την εσοχή του κουρείου. Να αγκαλιάσει το μικρό της μόρτη και τον άλλο τον μεγαλύτερο. Τον γλυκό της άντρα. Να τους πει πόσο πολύ της λείπουν κάθε ώρα, κάθε μέρα και περισσότερο. Και πώς για να αντέξει το 5ο στη σειρά μιζανπλί φαντάζεται την 5η στη σειρά στιγμή που τους λέει «σαγαπώ».

Δεν είναι σωστό όμως. Έτσι όπως μιλάει αδικεί τα ζώα, τους αγαπημένους φίλους της. Τους πελάτες της. Γιατί τα ζώα είναι οι πελάτες της. Για αυτά τα κάνει όλα. Στο κάτω κάτω τα ζώα δεν της φταίνε τίποτα. Κανένα γκριφόν δεν έρχεται μόνο του στο κουρείο μικρών ζώων «Η Μιλού». Δεν βγαίνει από το σπίτι του, δεν παίρνει το μετρό, δεν κατεβαίνει απέναντι από το κουρείο, δεν περιμένει να ανάψει πράσινο για τους πεζούς, δεν έρχεται μπροστά στην πόρτα του κουρείου και δεν μπαίνει μέσα λέγοντας: θα θελα να μου τα πάρετε λιγάκι… Κανένα.

Άρα, για την πολύωρη απουσία της από το σπίτι της δεν μπορεί με τίποτα να κατηγορήσει τους τετράποδους φίλους της. Αυτή είναι η δουλειά της. Να φροντίζει την κόμμωση σε κατοικίδια. Ακόμα και κότα της έχουν φέρει. Πρόβατο και καναρίνι. Δεν είπε τίποτα, παρά μόνο έκανε ό,τι της ζήτησαν. Αυτή τη δουλειά αγάπησε. Και δεν της φταίει η δουλειά. Δεν θέλησε να δουλέψει με τίποτα άλλο πέρα από τα ζώα, αν και της δόθηκε η ευκαιρία να γίνει κομμώτρια διασημοτήτων. Όχι. Είχε ταλέντο, χάρισμα, ροπή, πες το όπως θέλεις. Της κάθονταν όλα τα ζωντανά του Θεού, όπως «κάθονται» σε έναν προικισμένο συγγραφέα τα καλύτερα μυθιστορήματα. Σιγά τα αβγά. Η δουλειά του συγγραφέα είναι μάλλον εύκολη. Λέξεις. Όχι τρίχες.

Όμως, άλλο η αγάπη, άλλο η δουλειά, κατάλαβε σύντομα. Γιατί η δουλειά της της έκλεβε λίγο  λίγο από τη ζωή της στο σπίτι της. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε.

Βλέπεις, συχνά, δούλευε 10ωρα το λιγότερο. Και γύρναγε σπίτι ψόφια. Και τότε άνοιγε την πόρτα και ο ξανθός της αλητάκος την περίμενε με τα πανέμορφα μάτια του να την κοιτάζουν, όχι με παράπονο, μα σίγουρα με απορία: μα αφού είσαι η μαμά μου, γιατί δεν είσαι εδώ; Τον έπαιρνε αγκαλιά και τον φιλούσε, λούζοντάς τον με δικά της «χειροποίητα» γλυκόλογα, που ούτε ερωτευμένη Ιουλιέτα δεν θα έλεγε στο Ρωμαίο της. Το πιο παράξενο ήταν ότι μέσα σε δευτερόλεπτα η κούρασή της εξανεμιζόταν, αφήνοντας πίσω λίγες σταγόνες εξάντλησης που τις κατάπινε το χαλί. Τότε, ο μικρός της την έπαιρνε από το χέρι και την οδηγούσε στο βομβαρδισμένο δωμάτιό του από παιχνίδια, τουβλάκια, αυτοκινητάκια. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, όμως, της φάνταζε ο πιο τακτοποιημένος χώρος στον κόσμο. Γλυκιά εντροπία. Υπέροχο χάος, που μύριζε ζωή όλο ξεκίνημα.

Μα δεν είναι τόσο αυτό. Οι πολλές ώρες της δουλειάς. Είναι το ίδιο το κουρείο, η δουλειά σαν έννοια. Όταν ξεκίναγε να την κάνει, όλα είχαν μια ευγένεια, τρόπο σωστό. Μην εκπλήσσεστε. Τι, επειδή κουρεύουν κατοικίδια σημαίνει ότι είναι άξεστοι, αγενείς και απλοϊκοί; Όχι, βέβαια. Βέβαια, τώρα πια, στις κρίσιμες αυτές εποχές,  κι αυτά  έχουν πετάξει στον άνεμο. Σαν τρίχες.

 Να. Αυτό δεν αντέχει. Πώς να κάνει σωστά τη δουλειά της όταν αντιμετωπίζεται σαν το αναγκαίο χρονικό διάστημα από την απαίτηση στην ολοκλήρωση της εργασίας; Αυτό τη στραγγίζει. Από έμπνευση. Από διάθεση. Την κάνει να θέλει να τα παρατήσει όλα. Να πετάξει τη γαλάζια ποδιά της, τα ψαλίδια, τα μπικουτί των σκύλων, τις χτένες των γατιών, να ανοίξει την πόρτα και να φύγει. Να φύγει χωρίς όλο αυτό να είχε συνέπειες πάνω της ή στην οικογένειά της.

 Αυτό θέλει.

Θέλει αυτό. Να γυρίσει σπίτι της, χωρίς να την έχουν επιπλήξει γιατί η κουπ στη θηλυκή λυκοσκυλίνα δεν τόνιζε… τα ζυγωματικά της. Θέλει να μην έχει ανάγκη να αποσβέσει την πίεση και κυρίως την αμφισβήτηση. Θέλει να είναι πραγματικά ευγνώμων που έχει δουλειά και αυτό να καθρεφτίζεται πάνω της. Δεν είναι αχάριστη. Ξέρει πόσο σκληρό είναι να χάνεις τη δουλειά σου, όπως έγινε με αγαπημένη της φίλη δημοσιογράφο. Έμεινε σε μια μέρα. Από δουλειά. Από χρήματα, με 2 παιδιά στο σπίτι και το σύζυγό της να ζει στον κόσμο της γκοφρέτας. Όχι. Λέει ευχαριστώ κάθε μέρα. Μα αυτό δεν σημαίνει πως δεν νιώθει πιεσμένη απέναντι σε όλα. Μα περισσότερο κι από αυτά τη στριμώχνει πολύ άγρια η σκέψη ότι μαμά και καριέρα δεν γίνεται να συνυπάρξουν.

Ναι. Τελικά έχει πειστεί ότι αυτά τα 2 ΔΕΝ παίζουν. Και δεν παίζουν αρμονικά. Πιστεύει πως δεν μπορεί μια μάνα να παίξει μπάλα και στα 2 γήπεδα, με την ίδια αποτελεσματικότητα. Αυστηρή λέξη, αλλά εκεί κρίνεται το παιχνίδι. Στην αποτελεσματικότητα ως μάνα και ως επαγγελματία. Βέβαια, κρατάει και μια αμφιβολία κάπου βαθιά μέσα της. Ίσως για να δικαιολογείται. Ίσως για να μην τη βαραίνει το γεγονός ότι δεν είναι δίπλα στο παιδί της όλες τις ώρες. Ίσως για να μπορεί να προχωράει χωρίς να μαλώνει τον εαυτό της καθημερινά. Η αμφιβολία αυτή ξεκινάει από το γεγονός ότι στο μυαλό της ο χρόνος, η απόλυτη σχετικότητα αυτή, κρύβει μέσα του «ποιότητες».

Μπορεί να γυρνάει 500, αλλά θα κάτσει μαζί του 2 ώρες υπεργεμάτες επικοινωνία, παιχνίδι γνώσεις, γέλιο, μοίρασμα. 2 ώρες που θα την κάνουν να νιώθει πλήρης στη σχέση της μαζί του. Μέσα σε αυτό το ελάχιστο χρονικό διάστημα παίρνει μικρά δώρα από το παιδί της και νιώθει πως του τα δίνει πίσω. Σε κάθε πιθανή μετάφραση. Αισθάνεται πως είναι εκεί δίπλα του, γύρω του, αφοσιωμένη σαν σε Θεό. Του χαρίζει όλο της το είναι, το μικρότερο κομμάτι της εγκεφαλικής της δραστηριότητας και του συναισθηματικού της ουράνιου τόξου. Μέσα σε 2 μόνο ώρες. Αυτές έχει. Αυτές μπορεί. Αυτές αγαπάει. Αυτό δεν την κάνει λιγότερο καλή μαμά. Μπορεί να χάνει πράγματα από τη μέρα του ναι, μα, η μητρότητα, η προσφορά της σε ουσία, δεν θέλει πολλά για να διαπρέψει.

Αν της πεις πως κάνει λάθος, μπορεί και να μην σε αντικρούσει. Μπορεί και να έχεις δίκιο, θα σου πει. Το ξέρω πως οι ώρες που περνάω μαζί του είναι ελάχιστες. Μα δεν θέλω άλλο μαστίγωμα.  Η  αγάπη μου αυτές τις ώρες πολλαπλασιάζεται σε σύμπαν για την οικογένειά μου.

Κι έτσι αν και υποστηρίζει πως δεν είναι εφικτό το και μάνα και καριέρα, που πουλάνε τα περιοδικά, τελικά δεν τη νοιάζει η ετικετοποίηση τούτη, ζυγίζοντάς την σε ουσία. Έχει μια δουλειά και αυτή θα κάνει. Και φυσικά έχει μια οικογένεια και θα της προσφέρει τα πιο ευγενή της μέταλλα.

Και μετά, ξυπνάει το πρωί και παίρνει ξανά το τρόλεϊ για το κουρείο μικρών ζώων «Η Μιλού». Και για μια ακόμα φορά προσπαθεί να κάνει σωστά τη δουλειά της, με αγάπη και αφοσίωση. Ανεξαρτήτως αν τα δόντια της προσπαθούν να της τα τρίξουν, επειδή το ψαλίδι της δεν είναι πολύ καλά ακονισμένο. Ξέρεις γιατί; Θα σου απαντήσω εγώ, αντί για αυτήν:

Γιατί είσαι απλώς η δουλειά μου. Και δεν σου επιτρέπω να περάσεις την επιδερμίδα της αντοχής μου. Μα αν το κάνεις, και πάλι δεν θα καταφέρεις τίποτα. Γιατί το βράδυ θα γυρίσω σπίτι μου, έστω αργά, και θα πάρω αγκαλιά παιδί και άντρα και θα τους πως δυνατά ή σιωπηλά, δεν έχει σημασία, «είστε η ζωή μου» και τότε η μέρα μου θα ξαναξεκινήσει εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ακόμα κι αν είναι 12 τα μεσάνυχτα.