SEARCH

Μικρές καθημερινές υστερίες

Ανώνυμη Απολυμένη.

  Μέρα 1η..

Η απόλυση είναι κάτι σαν την απιστία. Πιστεύεις ότι σε σένα δεν θα τύχει ποτέ. Όμως, όπως τα περισσότερα πράγματα στη ζωή, έρχεται μια μέρα που μπορεί και να συμβεί. Να σου συμβεί. Και ίσως αυτή τη μέρα πρωταγωνιστήσουν με σειρά εμφάνισης τα εξής (και σχετίζονται με την απόλυση όχι με την απιστία):

i. Μια τυχαία μέρα στη δουλειά, λίγο πριν το μεσημεριανό μπρέικ για φαγητό χτυπάει το τηλέφωνο και το αφεντικό σε καλεί στο γραφείο του. Αναρωτιέσαι αν θέλει να φάτε μαζί τα φασολάκια σου.

ii. Ανεβαίνεις, κάθεσαι και τον ακούς με περισσή κατανόηση να σου λέει: «Να, βλέπεις, πόσο χάλια είναι τα πράγματα, η κρίση, η χώρα, η δουλειά, δεν ήρθαν τα πράγματα με σένα όπως τα περίμενα,  λυπάμαι με πιέζουν και από το εξωτερικό δεν γίνεται να συνεχίσουμε άλλο. Να ξέρεις ότι σε εκτιμώ πολύ και μου αρέσει η δουλειά σου, μα δεν μπορώ άλλο να σε κρατήσω». Στην πραγματικότητα θέλει μα δεν έχει το θάρρος να σου πει: «Να, βλέπεις, ποτέ δεν τα πήγαμε καλά. Δεν σε συμπάθησα, δεν μου αρέσει ο χαρακτήρας σου, έβγαζες πολλή γλώσσα, δεν με έγλειφες αρκετά, δεν δούλευες μέχρι αργά γιατί έχεις παιδί, έλεγες ευθαρσώς τη γνώμη σου, και τα καλά σου μπορεί και να με υποσκέλιζαν.» Δεν ξέρεις αν είσαι η Ζαν ντ΄ Άρκ νο 2, αλλά εσύ ακούς φωνές που λένε: «Ελευθερία και ανεργία!»

iii. Ξέρεις τα λάθη και τα μειονεκτήματά σου, και νιώθεις ότι τα καλά αφεντικά πρέπει να μπορούν να στα υποδείξουν και να σου μιλήσουν για αυτά έξω από τα δόντια για το καλό και των δύο πλευρών. Ιδίως τη στιγμή της απόλυσης. Θέλεις να ανοίξεις το στόμα σου, μα προτιμάς να κρατήσεις το σάλιο σου για να πλύνεις τα δόντια σου το βράδυ. Δεν κρατάς κακία. Αλλά κρατάς μια πίκρα στο στόμα (μπορεί να φταίει και η οδοντόκρεμα).

iv. Βγαίνοντας από το γραφείο, το αφεντικό έχει γίνει πρώην, τα φασολάκια έμειναν στο τάπερ κι εσύ κατεβαίνεις στα σκαλιά με ένα μίγμα ανακούφισης, τρόμου και τρελής ελευθερίας.

v.  Περνάς από το λογιστήριο που τελικά ο καλύτερος ρόλος του είναι αυτός. Να δίνει την επιταγή της αποζημίωσης. Κοιτάς το ποσό. Ονειρεύεσαι να το φας σε κάτι εξωτικό. Ξέρεις ότι στο τέλος θα το φας για να φας.

vi.  Μπαίνεις στο –πρώην- γραφείο σου, εξηγείς στους –πρώην- συναδέλφους σου, μαζεύεις τα πράγματά σου. Μια στεναχώρια αλλόκοτη μαζί ένα αίσθημα αδικίας σε γεμίζει καθώς εσύ γεμίζεις τις κούτες. Σκέφτεσαι το "γιατί σε μένα" ενώ την απάντηση την ξέρεις. Αυτό όμως δεν παρηγορεί καθόλου τη στιγμή αυτή που ακόμα δεν έχεις συνειδητοποιήσει τι ακριβώς έχει συμβεί.

vii.   Γυρνάς σπίτι σου στις 3 το μεσημέρι, κάτι που δεν έχει συμβεί τα τελευταία 13 χρόνια, εκτός από τις φορές που μπορεί να είχες γαστρεντερίτιδα. Ή σκωληκοειδίτιδα. Ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Όχι απαραίτητα σε –ίτιδα. Ο άντρας σου και η νταντά σε περιμένουν με πολλή τρυφερότητα.  Και αγάπη. Και στοργή.  Θέλεις να τα μπήξεις αλλά κρατιέσαι. Αυτοί ίσως ανησυχούν πιο πολύ.

viii.  Αφήνεις κάτω τα πράγματα που κουβαλάς από εταιρία σε εταιρία σαν πόρνη πολυτελείας που κουβαλά το βαλιτσάκι της από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο. Νιώθεις όμορφα, απελευθερωμένα αλλά αηδιασμένα σαν να πάτησες σε εμετό, για τους ανθρώπους που δεν φοράνε παντελόνια. Εξαιρούνται οι μοναχές. Αλλά όχι οι άντρες που θέλουν να το παίζουν άντρες.

ix.  Τρως με σύζυγό σου στο ίδιο τραπέζι μαζί, με φυσικό τρόπο μαζί, όχι τηλεφωνικά ή μέσω skype. Μεγάλες στιγμές. Όταν ξυπνάει το μωρό σου σε κοιτάζει λες και είσαι κάτι μεταξύ Μίκυ Μάους, Χαλκ και Χιονάτης. Παρολ’ αυτά, ατρόμητος, τρέχει στην αγκαλιά σου. Τον παίρνεις και βγαίνετε απογευματινή βόλτα.  Νιώθεις τόση ευτυχία για αυτό εδώ το δώρο.

x.   Στη βόλτα, νομίζεις πως όλοι σε κοιτάζουν με οίκτο. «Αχ, την καημένη έχασε τη δουλειά της…» Νομίζεις πως όλοι καταλαβαίνουν ότι έχεις μόλις απολυθεί. Φυσικά αυτό δεν συμβαίνει. Εκτός αν όντως το δείχνεις.

xi.   Επιστρέφοντας, ακούς στο ραδιόφωνο: «Από 14,7% τον Ιανουάριο του 2011 σε 21,7% τον Ιανουάριο του 2012 ανέβηκε το ποσοστό ανεργίας σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για την ανεργία στην Ευρώπη τον Μάρτιο του 2012». Τώρα πια έχεις γίνει και εσύ ένα νούμερο. Μέρος ενός συνόλου. Κομμάτι μιας συνέπειας. Παραδόξως αυτή η δυσάρεστη, πλην τόσο μεγάλη και αληθινή «οικογένεια» για κλάσματα του δευτερολέπτου σε κάνει να ανήκεις κάπου.  Το αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο, όμως, σου φέρνει ρίγη πανικού.

xii.  Το βράδυ ξαπλώνεις.  Πιάνεις το τηλέφωνο να βάλεις ξυπνητήρι. Κλείνεις τα μάτια. Αυτή τη φορά, δεν χρειάζεται να το κάνεις. Η ακύρωση αυτής της πολύχρονης πράξης σε οδηγεί στη συνειδητοποίηση ότι στην απόλυση δεν ξέρεις ποιο είναι το πιο δύσκολο τον πρώτο καιρό: το χρηματικό κενό ή η διατάραξη της ρουτίνας, της κουραστικής άλλα υγιούς καθημερινότητας που σου δίνει ένα σημείο αναφορά; Σκέφτεσαι πως τέτοιες βλακείες έλεγες στη δουλειά για αυτό πήρες πόδι.

xiii.   Κοιμάσαι γλυκά. Ήρεμα. Έχεις καιρό μπροστά σου να μείνεις ξύπνια. Αν χρειαστεί. Αν πάει στραβά. Μπορεί να πάει και καλά. Σύντομα. Μα αυτό τώρα δεν έχει πολλή σημασία. Σημασία έχει ότι αυτό το χωροχρονικό παρόν είσαι και εσύ μια απολυμένη σαν όλες και όλους τους άλλους. Πάντως ακόμα κι αυτό, προτιμάς να το δεις από την πλευρά της ελευθερίας. Και όχι της ανεργίας.