Ενδομητρίωση: Διάγνωση & θεραπεία

Από τον Δρ. Χάρη Χηνιάδη,
Μαιευτήρα-Χειρούργο Γυναικολόγο

Την προηγούμενη εβδομάδα είχαμε αναφερθεί στις ενδομητριωτικές εστίες, στα συμπτώματα και στη συχνότητα της εκδήλωσης της ενδομητρίωσης.
Αυτή τη φορά θα μιλήσουμε για τη διάγνωση, για τη θεραπεία της καθώς και για το πώς πρέπει να συμπεριφερθεί μια γυναίκα που αντιμετωπίζει ένα τέτοιο πρόβλημα!

Πως γίνεται η διάγνωση;
Ο γυναικολόγος θα πρέπει να πάρει ένα πολύ αναλυτικό ιστορικό των συμπτωμάτων της γυναίκας και στη συνέχεια να προβεί στην κλινική εξέταση και τον υπερηχογραφικό έλεγχο της μήτρας και των ωοθηκών. Παρότι πολύ συχνά απαντώνται ενδομητριωτικές κύστες στις ωοθήκες (ενδομητρίωμα), τις περισσότερες φορές η κλινική εξέταση και το υπερηχογράφημα δεν αρκούν για δώσουν μια σίγουρη διάγνωση.

Ο πιο σίγουρος και αποδεδειγμένος τρόπος για τη διάγνωση της ενδομητρίωσης είναι η διενέργεια Λαπαροσκόπησης. Πρόκειται για μια ελαφριά επέμβαση, όπου κάτω από γενική αναισθησία και μέσα από 2-3 μικρές οπές στην κοιλιά – μεγέθους 2 εκατοστών - εισάγουμε μια λεπτή κάμερα στην κοιλιακή χώρα και εξετάζουμε τα γυναικεία όργανα, την ουροδόχο κύστη, το έντερο και τα κοιλιακά τοιχώματα. Οι εστίες της ενδομητρίωσης φαίνονται σαν μικρά μαύρα στίγματα (spots) και προεξέχουν. Επίσης οι συμφύσεις, αν υπάρχουν, δίνουν την εντύπωση ινών κόλλας που δεν έχει ακόμη στεγνώσει.

Σε περίπτωση που διαγνωστεί Ενδομητρίωση, πραγματοποιείται καταστροφή των εστιών –όπου αυτό είναι δυνατό- με διαθερμία ή laser. Το ίδιο ισχύει και για τις συμφύσεις, η λύση των οποίων αποσκοπεί στην απελευθέρωση των οργάνων και ιδιαίτερα των σαλπίγγων, των ωοθηκών και του εντέρου. Επίσης στην περίπτωση ενδομητριώματος, αυτό αφαιρείται δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στην προστασία του ωοθηκικού ιστού.

Πολλές φορές διενεργούμε παράλληλα και τεστ διαβατότητας των σαλπίγγων με ειδικό υγρό.

Δεν είναι σπάνιο η διάγνωση της ενδομητρίωσης να γίνει τυχαία κατά τη διάρκεια λαπαροσκοπικής επέμβασης που γίνεται για άλλο γυναικολογικό πρόβλημα.

Μετά το τέλος της επέμβασης και ανάλογα με τη βαρύτητά της, η ασθενής παραμένει για λίγες ώρες στη Μονάδα Ημερήσιας Νοσηλείας και επιστρέφει σπίτι της ή σε μερικές περιπτώσεις παραμένει στο νοσοκομείο για μια διανυκτέρευση.

Η εργαστηριακή διάγνωση της ενδομητρίωσης σε περίπτωση αμφιβολίας γίνεται με την ιστολογική εξέταση των εστιών που αφαιρούνται κατά τη διάρκεια της επέμβασης. Δυστυχώς δεν είναι ακόμη εφικτή η διάγνωση χωρίς τη λαπαροσκόπηση. Γίνονται μελέτες για μερικές εξετάσεις αίματος που στο μέλλον μπορεί να εφαρμοστούν, αλλά προς το παρόν δεν δίνουν σίγουρα αποτελέσματα και δεν είναι διαδεδομένες.

Πως γίνεται η θεραπεία;

Η θεραπεία είναι χειρουργική ή φαρμακευτική ή συνδυασμός και των δύο

Α. Χειρουργική θεραπεία

Οι βασικές αρχές της χειρουργικής θεραπείας ήδη περιγράφηκαν. Ουσιαστικά πρόκειται για χειρουργική διάγνωση και θεραπεία σε ένα βήμα.
Η συντηρητική χειρουργική θεραπεία έγκειται στην προσπάθεια ανακούφισης από τα συμπτώματα και διατήρησης της γονιμότητας. Αφορά κυρίως νεαρές γυναίκες με ενδομητρίωση και υπογονιμότητα. Πρόκειται για την προσπάθεια λύσης των συμφύσεων και απελευθέρωσης των σαλπίγγων και των ωοθηκών, καθώς επίσης και καταστροφής των εστιών ενδομητρίωσης. Πρέπει να γίνει σαφές πως οι ενδείξεις, η έκταση της επέμβασης και ο χρόνος στον οποίο θα γίνει είναι διαφορετικά για κάθε γυναίκα και αποτελούν απόφαση του γυναικολόγου της.
Η ριζική θεραπεία γίνεται λαπαροσκοπικά ή με ανοιχτή επέμβαση. Εδώ πρόκειται για ασθενείς οι οποίες συνήθως έχουν παιδιά και υποφέρουν από σοβαρά συμπτώματα. Στην περίπτωση αυτή πέρα από την απελευθέρωση των οργάνων και την καταστροφή των εστιών ενδομητρίωσης μπορεί να προχωρήσουμε σε αφαίρεση των ωοθηκών, της μήτρας και μέρους του εντέρου. Πρόκειται για πιο βαριά επέμβαση όπου στόχος είναι αποκλειστικά η βελτίωση της ποιότητας της ζωής της ασθενούς και όχι η διατήρηση ή η επαναφορά της γονιμότητας. Συνήθως η ασθενής καλύπτεται μετεγχειρητικά με θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης.

Β. Φαρμακευτική θεραπεία

Η φαρμακευτική θεραπεία στις περισσότερες περιπτώσεις έπεται της χειρουργικής. Πρόκειται για μηνιαίες ή τριμηνιαίες ενέσεις οι οποίες αποσκοπούν στην αδρανοποίηση των ωοθηκών και κατά συνέπεια στην αναστολή της έκκρισης των ορμονών που ευνοούν την ανάπτυξη του ενδομητρίου. Ουσιαστικά δηλαδή η ασθενής εισέρχεται σε περίοδο τεχνητής εμμηνόπαυσης όπου δεν έχει περίοδο. Η θεραπεία αυτή μπορεί να διαρκέσει από εάν έως και 6 μήνες. Συνήθως δεν διαρκεί παραπάνω γιατί προκύπτουν οστεοπορωτικά προβλήματα ή και προβλήματα επαναφοράς των ωοθηκών στο προηγούμενο επίπεδο λειτουργίας τους. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας αυτής πρέπει αν λαμβάνεται κάποιο είδος αντισύλληψης.
Με την παραπάνω θεραπεία μοιάζει και η εγκυμοσύνη, κατά την οποία επίσης δεν λειτουργούν οι ωοθήκες. Πράγματι έχει παρατηρηθεί σημαντική ύφεση των συμπτωμάτων της ενδομητρίωσης σε γυναίκες οι οποίες εγκυμονούν.
Με το πέρας της εγκυμοσύνης ή και της θεραπείας επέρχεται μια περίοδος χωρίς συμπτώματα ή οποία όμως πολλές φορές ακολουθείται από μερική επανεμφάνισή τους. Αυτό εξαρτάται κυρίως από την έκταση της βλάβης, αλλά και από το βαθμό της χειρουργικής αποκατάστασής της. Γίνεται φανερό πως η φαρμακευτική θεραπεία από μόνη της δεν θεραπεύει την ενδομητρίωση.
Σε περιπτώσεις ελαφριάς ενδομητρίωσης χορηγούμε συχνά το απλό αντισυλληπτικό χάπι. Αυτό πάλι αδρανοποιεί τις ωοθήκες, αλλά σε πολύ μικρότερο βαθμό από τις ενέσεις που προαναφέρθηκαν. Επίσης παρέχει αντισυλληπτική προστασία και δεν προκαλεί οστεοπόρωση.
Προφανώς η επιλογή του φαρμάκου και η διάρκεια της θεραπείας ποικίλλει ανάλογα με την ασθενή.

Ενδομητρίωση και Υπογονιμότητα

Ένα μεγάλο ποσοστό των γυναικών που προσέρχονται με πρόβλημα υπογονιμότητας στις Μονάδες Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, πάσχει από ενδομητρίωση. Ταυτόχρονα πολλές γυναίκες που πάσχουν από ενδομητρίωση δεν μπορούν να συλλάβουν. Αυτό οφείλεται σε διάφορους λόγους: αποφραγμένες σάλπιγγες, ενδομητριώματα ωοθηκών, ορμονικές ανωμαλίες, κακή ποιότητα ωαρίων κλπ.
Ο ρόλος του ειδικού είναι να εντοπίσει το πρόβλημα και να το αντιμετωπίσει με τον πιο κατάλληλο τρόπο. Πολλές φορές οι γυναίκες συλλαμβάνουν πιο εύκολα τους 12 πρώτους μήνες που ακολουθούν την χειρουργική και φαρμακευτική θεραπεία. Άλλες φορές πάλι είναι αναγκαία η εξωσωματική γονιμοποίηση προκειμένου να γίνει η σύλληψη. Τέλος πολλές γυναίκες συλλαμβάνουν μόνες τους χωρίς καμιά ιατρική βοήθεια.

Τι μπορεί να κάνει μια γυναίκα;

Μια γυναίκα με ένα ή περισσότερα από τα συμπτώματα που περιγράψαμε στην αρχή, πρέπει να επισκεφθεί τον γυναικολόγο της και να του αναφέρει το πρόβλημά της. Είναι σημαντικό να καταλάβουν οι γυναίκες ότι ένα απλό σύμπτωμα, όπως για παράδειγμα η βαριά περίοδος ή ο έντονος πόνος, δεν είναι φυσιολογικό και μπορεί να υποκρύπτει άλλες παθολογικές οντότητες.
Πέρα από την χειρουργική ή τη φαρμακευτική θεραπεία, πρακτικές όπως τα ζεστά μπάνια, η άσκηση και οι τεχνικές χαλάρωσης μπορεί κατά περίπτωση να βοηθήσουν. Επιπλέον συμβάλλουν στην αντιμετώπιση του άγχους ή ακόμα και της μελαγχολίας όπου μπορούν να οδηγήσουν τα συμπτώματα της ενδομητρίωσης.